Τα κράτη δεν είναι επιχειρήσεις και επομένως ο τρόπος διαχείρισης των οικονομικών τους διαφέρει από τον αντίστοιχο ενός ιδιωτικού ταμείου. Το κακό στην υπόθεση είναι ότι στα κράτη, όπως και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, τα λεφτά δεν είναι απεριόριστα. Η διαχείριση τους έχει αποτελέσματα, ενώ -όπως συνέβη στην Ελλάδα του 2010- κάποτε τελειώνουν. Διότι τόσο στα κράτη όσο και στις επιχειρήσεις (πρέπει να ) υπάρχουν έσοδα, έξοδα, προϋπολογισμοί, ισολογισμοί και λογοδοσίες. Επίσης, υπάρχουν δάνεια, που πρέπει να εξυπηρετούνται, αλλά και δραστηριότητες, τόσο κερδοφόρες στις οποίες οι επενδύσεις αυξάνονται, όσο και ζημιογόνες στις οποίες κάποτε μπαίνει ένα φρένο, δηλαδή γίνονται περικοπές.
Ενδεχομένως η υπόθεση των Ελληνικών Ταχυδρομείων, που κατά… σύμπτωση είναι και κράτος και επιχείρηση, δηλαδή ελληνικό υβρίδιο ΔΕΚΟ, δεν εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το απλουστευτικό σχήμα, αλλά είναι βέβαιον ότι πολλές από τις γενικές παραμέτρους της οικονομίας ισχύουν και στην περίπτωσή τους. Η διοίκηση της εταιρείας και το Υπερταμείο, ως μέτοχος, αποφάσισαν με καθυστέρηση ετών να συμμαζέψουν ένα… μαγαζί, το οποίο εδώ και πολλά χρόνια μπαίνει μέσα, έχοντας σωρεύσει ζημίες εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και ο μόνος λόγος που διατηρείται «ζωντανό» είναι η ανοχή και η αρωγή του κράτους. Συγχρόνως, σε αντίθεση με το παρελθόν των πρώτων 180 χρόνων της ύπαρξης του, το συγκεκριμένο μαγαζί παρέχει υπηρεσίες, τις οποίες, πλέον, εξυπηρετούν κυρίως ιδιωτικές εταιρείες. Όχι επειδή το επέβαλε κάποιος νόμος, αλλά διότι εδώ και 12 χρόνια η ταχυδρομική αγορά άνοιξε και οι καταναλωτές στη συντριπτική τους πλειοψηφία επέλεξαν να εξυπηρετούνται από τα ιδιωτικά κούριερ και όχι από τα ΕΛΤΑ. Επίσης, η σύγχρονη τεχνολογία με το Διαδίκτυο, τα κοινωνικά δίκτυα, τους υπολογιστές, τα λάπτοπ και τα smart phones, έχουν απλοποιήσει την γραπτή επικοινωνία, στην ουσία καταργώντας τις επιστολές και τα τηλεγραφήματα.
Απ’ όλα αυτά συνάγονται αβίαστα τρία συμπεράσματα:
Πρώτον, τα ΕΛΤΑ οφείλουν να εκσυγχρονιστούν και να παρέχουν υπηρεσίες αφενός αποδεκτές στην αγορά και αφετέρου ανταγωνιστικές προς τους υπόλοιπους παίκτες.
Δεύτερον, τα οικονομικά των ΕΛΤΑ θα πρέπει να εξυγιανθούν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην επιβαρύνουν υπέρμετρα το δημόσιο ταμείο, το οποίο άλλωστε σε αυτή τη φάση -λόγω κοινοτικής νομοθεσίας και Υπερταμείου- πολύ λίγο και δια της… πλαγίας οδού μπορεί να βοηθήσει.
Τρίτον, η κοινωνική υπηρεσία που αναμφισβήτητα προσφέρουν τα ΕΛΤΑ να διατηρηθεί. Κάτι που στην εποχή μας είναι σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητο από τη φυσική έδρα ή παρουσία του παρόχου της υπηρεσίας.
Ενώ, λοιπόν, ισχύουν αυτά τα τρία δεδομένα η συζήτηση για τα ΕΛΤΑ εκτρέπεται σε αμιγώς πολιτική. Ή μάλλον μικροπολιτική. Ο βουλευτής που δεν έχει ενημερωθεί, ο δήμαρχος που αισθάνεται υποτιμημένος, ο Περιφερειάρχης που αρνείται να… παραδώσει ένα τετραγωνικό μέτρο εδάφους, ο ταβερνιάρης που θα χάσει την πελατεία του, ο υπάλληλος των ΕΛΤΑ που θα απωλέσει τη βολή του, ο 85άρης που δεν θα μπορεί να πληρώσει τους λογαριασμούς του, ο συνταξιούχος που θεωρεί ότι το μηνιάτικο κινδυνεύει. Οι πάντες δείχνουν να ζουν (σ)το δικό τους… Πολυτεχνείο. Αν, δηλαδή, δεν βλέπουν τον κόσμο ανάποδα. Όλα αυτά τα ρεαλιστικά ή… φανταστικά κυριαρχούν σε μία συζήτηση, που το πραγματικό της αντικείμενο θα έπρεπε να είναι ο τρόπος που τα ΕΛΤΑ θα προσφέρουν τις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες, τηρώντας -τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου- τον κανόνα κόστους / οφέλους.
Και μέσα σε όλα αυτά, που έχουν σαφώς έναν μη ομολογημένο επικοινωνιακό χαρακτήρα για τους εμπλεκόμενους, έρχεται η κυβέρνηση να πιστοποιήσει με τη βούλα ότι το θέμα είναι… επικοινωνιακό. Όπως συμβαίνει την τελευταία 25ετία με όλα τα θέματα απ’ όλες τις κυβερνήσεις, τις αντιπολιτεύσεις, τις μειοψηφίες, τους θυμωμένους, τους αγανακτισμένους που προτάσσουν την επικοινωνία από την… ουσία. Διότι τι ακούμε αυτές τις ημέρες -για παράδειγμα- από την κυβέρνηση; Ότι η αντίδραση που υπάρχει στην περιφέρεια για τα «λουκέτα» στα υποκαταστήματα των ΕΛΤΑ οφείλεται στο ότι δεν έγινε η σωστή επικοινωνία εκ μέρους της διοίκησης της εταιρείας και του Υπερταμείου, που δεν εξήγησαν τον σχεδιασμό τους. Και ότι αν υπήρχε αυτή η επικοινωνία θα υπήρχε πλήρης αποδοχή. Το λάθος είναι προφανές, διότι η όποια εξήγηση σκοντάφτει σε δύο δεδομένα: Αφενός, στην χρόνια αναξιοπιστία του συγκεκριμένου οργανισμού που ποτέ και πουθενά -ούτε στις πόλεις, ούτε στα χωριά- δεν ήταν υπόδειγμα άψογης λειτουργίας. Και αφετέρου, στη λανθασμένη μέθοδο του αιφνιδιασμού και του… ξαφνικού θανάτου, αντί της συστηματικής, μεθοδικής, σταδιακής και κατά το δυνατόν αθόρυβης μετάβασης στο νέο μοντέλο, η καλή λειτουργία του οποίου θα ακύρωνε κάθε επιφύλαξη.
Διότι στην πραγματικότητα το πρόβλημα των ΕΛΤΑ, όπως τίθεται σε πολιτική βάση, δεν εκφράζει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από την κατάσταση της ελληνικής περιφέρειας, που συρρικνώνεται διαρκώς για λόγους απείρως σοβαρότερους από το κλείσιμο των ταχυδρομείων. Άλλωστε είχαν προηγηθεί δημόσιες υπηρεσίες, δημοτικές δομές, τράπεζες κλπ, που προκάλεσαν ανάλογες αντιδράσεις και στο τέλος την προσαρμογή. Η υστέρηση της περιφερειακής ανάπτυξης δημιουργεί «μαύρες τρύπες» στην ελληνική επικράτεια, στην οποία πρώτοι πέφτουν εντός οι παραμένοντες στις κωμοπόλεις και στα χωριά. Το πιο αδύναμο σημείο της κατάστασης -που βρίσκεται στη ρίζα του προβλήματος- είναι η αδυναμία προσφοράς καλών συνθηκών εργασίας. Διότι οι σταθερές και με προοπτική δουλειές θα στηρίξουν όχι μόνο την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και τη βελτίωση του κοινωνικού περιβάλλοντος, ώστε οι ντόπιοι να παραμένουν στον τόπος τους, αλλά και κάποιοι από άλλα σημεία τη χώρας να έχουν επιλογή πέρα από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Συνέβη αυτό επί δεκαετίες στη Δυτική Μακεδονία, στην Κοζάνη και την Πτολεμαΐδα, με την δραστηριότητα της ΔΕΗ. Όσο αυτό το πρόβλημα δεν βρίσκει διέξοδο θα μεγαλώνει και θα κακοφορμίζει. Το ότι κάποτε -για παράδειγμα- σε μία αγροτική βορειοελλαδική κωμόπολη των 2000 κατοίκων λειτουργούσαν ΕΛΤΑ, τράπεζες, σχολεία όλων των βαθμίδων, δημόσιες υπηρεσίες και δημοτικές δομές δεν απέτρεψε τη συρρίκνωση του πληθυσμού σε λίγες εκατοντάδες μεγαλύτερης ηλικίας, μόλις σε δύο – τρεις δεκαετίες.
Στη σημερινή Ελλάδα τα ΕΛΤΑ δυστυχώς δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν αφορμή για προβληματισμού για το μοντέλο ανάπτυξής της χώρας. Η κοινωνία έχει άλλες… προτεραιότητες. Συνεπώς, μάλλον το ποτάμι δεν γυρνάει πίσω. Ούτε όμως (θα έπρεπε να) προσφέρεται η προσπάθεια εξυγίανσης μιας δημοσίου χαρακτήρα εταιρείας για μικροπολιτική και λαϊκίστικη εκμετάλλευση, αλλά και επικοινωνιακά τεχνάσματα. Η πραγματική ζωή έχει ήδη ξεπεράσει αυτές τις καταστάσεις. Όσο για το μπρα ντε φερ με τις πολιτικές κραυγές και τις κοινωνικές… ευαισθησίες στην τηλεόραση θυμίζει το ρεφρενάκι της δεκαετίας του 1980 που κραυγάζει «Όλα από χέρι καμένα / και τα σπίρτα μας βρεγμένα».