Στη Θεσσαλονίκη των τελευταίων δεκαετιών οι αναπτυξιακές προτεραιότητες αποδεικνύονται συχνά λάθος. Από το 1990, όταν λόγω της επέλασης της παγκοσμιοποίησης, η πόλη απώλεσε ένα μεγάλο τμήμα του παραδοσιακού παραγωγικού της ιστού, οι εκπρόσωποι βολοδέρνουν ανάμεσα στο παρελθόν «που πέρασε κι έφυγε ανεπιστρεπτί» και στις θεωρητικά εύκολες λύσεις, που όμως δεν επιβεβαιώνονται είτε λόγω καθυστερήσεων, που προκύπτουν από την κακή οργάνωση της δουλειάς, είτε λόγω ανεπαρκούς τεκμηρίωσης. Ο… μύθος της πόλης λέει ότι τις βιομηχανίες και τις βιοτεχνίες που έκλεισαν θα αντικαταστήσουν στην παραγωγή πλούτου και την προσφορά απασχόλησης επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, κυρίως στον τουρισμό, στο εμπόριο και στις μεταφορές.
Τριανταπέντε χρόνια μετά οι προσδοκίες δεν έχουν δικαιωθεί. Αντίθετα, στο οικονομικό πεδίο η Θεσσαλονίκη διολισθαίνει διαρκώς και η άνοδος της επισκεψιμότητας που υπάρχει τα τελευταία χρόνια καλύπτει μόνο ένα τμήμα των απωλειών. Το χειρότερο είναι ότι σοβαρές αναπτυξιακές προοπτικές δεν διαφαίνονται. Δύο είναι οι κυριότεροι λόγοι:
Πρώτον -και κυριότερο-, στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή δεν γίνονται σοβαρές ιδιωτικές επενδύσεις. Και όσες γίνονται συνήθως βραδυπορούν ή παραμένουν ελλιπείς. Παρά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που υπάρχουν θεωρητικά, η πράξη αποδεικνύει ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν ποντάρει στη Θεσσαλονίκη, ως περιοχή πραγματοποίησης παραγωγικών επενδύσεων και κατοχύρωσης σημαντικών κερδών.
Δεύτερον, οι κρατικές παρεμβάσεις, στις οποίες προσβλέπουν οι πάντες, περιορίζονται -όπως είναι φυσικό- σε τομείς, οι οποίοι ενδεχομένως έχουν κοινωνικό αντίκρισμα και ως τέτοιοι μπορούν να… διαφημιστούν πολιτικά -όπως είναι οι αναπλάσεις-, αλλά επ' ουδενί έχουν τη δυναμική να ανατάξουν αναπτυξιακά την περιοχή. Άλλωστε πουθενά στην Ευρώπη και στην Αμερική το κράτος δεν καθορίζει τις αναπτυξιακές συντεταγμένες με τις επενδύσεις του. Αυτό συμβαίνει -όταν και όπου συμβαίνει- με το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο που εφαρμόζει, το οποίο σε αυτήν τη φάση δεν προσφέρει κάποιο ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην ελληνική περιφέρεια γενικότερα και τη Θεσσαλονίκη ειδικότερα.
Πολύ περισσότερο που οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων αποφεύγουν -στην πραγματικότητα για κάποιον λόγο δεν τολμούν- να ανοίξουν με δυναμικό τρόπο το κεφάλαιο «παραλιακό μέτωπο», μία παράμετρο της Θεσσαλονίκης που μπορεί να σηκώσει το αναπτυξιακό βάρος ολόκληρης της περιοχής, όπως έχει συμβεί σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις όπως -για παράδειγμα- στη Βαρκελώνη της Ισπανίας και στη Νίκαια της Γαλλίας. Για να είμαστε ακριβείς η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας εξελίσσει ένα πρόγραμμα ανάπλασης του παραλιακού μετώπου από το Καλοχώρι μέχρι το Αγγελοχώρι με κοινωνικά χαρακτηριστικά, ώστε να μπορέσει να συντονίσει τους πέντε ή έξι δήμους και τις δύο ή τρεις δημόσιες εταιρείες που (υποτίθεται ότι) έχουν λόγο! Είναι προφανές ότι με αυτά τα δεδομένα το μόνο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι το ελάχιστο δυνατό -όπως είναι ένας ποδηλατόδρομος-, στο οποίο όλοι αυτοί οι δήθεν θεματοφύλακες του δημοσίου συμφέροντος (sic) θα μπορούσαν να συμφωνήσουν!
Τα δεδομένα της ανάπτυξης
Η ανάπτυξη μιας περιοχής νομοτελειακά εξαρτάται από δύο δεδομένα. Κατ’ αρχάς από τη φυσική εξέλιξη, δηλαδή τη συνάρτηση θεμάτων όπως είναι η γεωγραφία και η ιστορία, αλλά και σύγχρονων εννοιών, όπως η κλιματική αλλαγή και η τεχνολογία. Από εκεί και πέρα υπάρχουν τα… ανθρώπων έργα. Οι πρωτοβουλίες και οι παρεμβάσεις του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα.
Για τη Θεσσαλονίκη η φυσική εξέλιξη υπήρξε γενναιόδωρη, τουλάχιστον για τη συντριπτικά μεγαλύτερη περίοδο των 24 αιώνων της ιστορίας της. Η πόλη διετέλεσε μεγαλούπολη και εμπορικό και οικονομικό κέντρο σε τέσσερις αυτοκρατορίες, τη Μακεδονική, τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή και την Οθωμανική. Τα τελευταία 113 χρόνια η ιστορία έχει περιορίσει τον ρόλο της σε αυτόν της δεύτερης πόλης μιας μικρής χώρας, αλλά από το 1990, λόγω της αλλαγής κεφαλαίου στην παγκόσμια ιστορία που είχε ως αποτέλεσμα τα σύνορα να… χαμηλώσουν, έχει ανακτήσει την... οικονομική ενδοχώρα και τον ζωτικό χώρο που της είχαν στερηθεί κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Στη θεωρία αυτή η καινούργια συνθήκη επιτρέπει στις δυνάμεις της Θεσσαλονίκης και ευρύτερα του ελληνικού Βορρά να αναπτυχθούν με διεθνή χαρακτηριστικά. Μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα σε αυτήν την κατεύθυνση είναι περιορισμένα, κυρίως λόγω της αδράνειας της ελληνικής πλευράς. Σήμερα δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν ότι το τρένο χάθηκε διά παντός, ειδικά μετά την πλήρη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρωτίστως της Βουλγαρίας -που από την 1η Ιανουαρίου 2026 θα αποτελεί επίσης μέλος της Ευρωζώνης- και της Ρουμανίας.
Ανθρώπων έργα
Σε ό,τι αφορά τα… ανθρώπων έργα η Θεσσαλονίκη τις τελευταίες τρεις δεκαετίες υστερεί. Ο μεν ιδιωτικός τομέας αποδεικνύεται καχεκτικός, οι δε δημόσιες παρεμβάσεις κινούνται μεταξύ πλήρους αστοχίας και απελπιστικών καθυστερήσεων. Ως αποτέλεσμα, μέχρι σήμερα η Θεσσαλονίκη παλεύει να ξεμπερδέψει με την ατζέντα των δεκαετιών του 1990 και του 2000. Εάν, μάλιστα, δεν υπήρχε η ορατή ανάπτυξη του αεροδρομίου «Μακεδονία» και από πέρσι η δρομολόγηση της βασικής γραμμής του Μετρό, που έδωσε μια ανάσα στο όλο αναπτυξιακό της σύστημα, στη Θεσσαλονίκη θα μιλούσαμε ακόμη για μια θεματολογία που θεμελιώθηκε στη δεκαετία του 1980.
Θολός ορίζοντας
Εάν συνδυάσει κανείς όλα αυτά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο… ορίζοντας της Θεσσαλονίκης είναι μεν ανοιχτός και -γιατί όχι;- ελπιδοφόρος, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της αφαίρεσης από το αφήγημα των αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων και των ορόσημων. Με απλά λόγια: είναι ένας ορίζοντας με… θολούρα. Διότι τα τελευταία χρόνια το σενάριο που διακινείται από το πολιτικό προσωπικό -τόσο της κεντρικής σκηνής όσο και της αυτοδιοίκησης- αναφέρεται στη «Θεσσαλονίκη του 2030». Η σχετική επιχειρηματολογία εδράζεται, μάλιστα, στην ολοκλήρωση και ωρίμανση κομβικών έργων και παρεμβάσεων στις βασικές υποδομές, που (υποτίθεται ότι) θα δημιουργήσουν ένα ανανεωμένο αναπτυξιακό οικοσύστημα. Ένα σενάριο που στην αισιόδοξή του προοπτική θα τροφοδοτήσει τις αναγκαίες ιδιωτικές επενδύσεις, οι οποίες θα οδηγήσουν κάποια στιγμή στη αισθητή αύξηση της δημιουργίας κοινωνικού πλούτου, στην ουσιαστική ενίσχυση της αγοράς εργασίας και στη συνακόλουθη αλλαγή επιπέδου προς τα επάνω για την οικονομία και την κοινωνία της Θεσσαλονίκης.
Αργός ρυθμός
Κατά πάσα πιθανότητα οι εξελίξεις θα ακολουθήσουν αυτή τη θετική πορεία, αλλά με τον δικό τους… ρυθμό. Παράλληλα οι παράγοντες της κλιματικής αλλαγής και της ψηφιακότητας ενδέχεται να βαρύνουν στη διαφοροποίηση του κλασικού για τη Θεσσαλονίκη αναπτυξιακού μείγματος. Σε κάθε περίπτωση το χρονοδιάγραμμα των εξελίξεων πιθανότατα θα είναι πιο διευρυμένο και ασφαλώς δύσκολα προσδιορισμένο με ακρίβεια. Άλλωστε στη Θεσσαλονίκη όσοι στοιχημάτισαν στον χρόνο βγήκαν χαμένοι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Δηλαδή η Θεσσαλονίκη διαθέτει μεν λαμπρούς ορίζοντες, αλλά ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίον η πόλη θα κάνει το κρίσιμο άλμα από το παρελθόν στο παρόν και μέσω αυτού στο μέλλον και θα ανακτήσει τον κοσμοπολιτισμό, τα πλεονεκτήματα και τη γοητεία προηγούμενων εποχών, δεν (μπορεί να) είναι λεπτομερώς καθορισμένος. Και σίγουρα δεν υποτάσσεται στους συμβολισμούς που επιδιώκει το πολιτικό προσωπικό, που απλά παρακολουθεί τους εκλογικούς κύκλους.
ΥΓ1: Η διαδρομή, πάντως, προς το μέλλον της Θεσσαλονίκης προβλέπεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Όπως είναι συχνά και η καθημερινότητα της πόλης και των ανθρώπων της, πέρα από σχεδιασμούς και συλλογικούς στόχους.
ΥΓ2: Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας αναστοχασμού για τη Θεσσαλονίκη. Λόγω Διεθνούς Εκθέσεως η πολιτική ηγεσία, οι παραγωγικοί φορείς και η κοινωνία συζητούν για το μέλλον της χώρας, αλλά και τις προοπτικές της πόλης. Όσα ανακοινώθηκαν φέτος για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και οι ιδέες που ακούστηκαν και συζητήθηκαν, παρέμειναν στο αναμενόμενο πλαίσιο. Απέχουν σημαντικά από την κατοχύρωση ενός άλματος, που είναι απαραίτητο όχι μόνο για να καλυφθεί ο χαμένος χρόνος, αλλά κι επειδή στην εποχή μας οι ταχύτητες έχουν αυξηθεί τόσο πολύ ώστε να επηρεάζουν ακόμη και τον -θεωρητικά απαράβατο- ιστορικό χρόνο.