Η πολεοδομική συνοχή της δυτικής Θεσσαλονίκης, από το Βαρδάρι και μέχρι τα όρια του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος, επιβάλλει πλέον την εκπόνηση ενός συνεκτικού αναπτυξιακού σχεδίου, που θα περιλαμβάνει έναν πολύ μεγάλο αριθμό διαδημοτικών έργων, με χρονικό ορίζοντα υλοποίησης την πενταετία ή τη δεκαετία (αναλόγως του μεγέθους της παρέμβασης).
Αυτή η ανάγκη έχει διαπιστωθεί και χιλιοειπωθεί από σχεδόν όλους όσοι μιλούν για τη δυτική Θεσσαλονίκη δεκαετίες τώρα. Μέχρι και τα έργα είναι δεδομένα και χιλιοειπωμένα. Κανείς όμως δεν έχει ασχοληθεί ουσιαστικά με ένα τέτοιο πρότζεκτ, που θα αποτελούσε τη μοναδική ίσως ευκαιρία για να εξαφανιστεί αυτό το αίσθημα μιζέριας και ανισότητας, που λογικά επικρατεί στους περίπου μισό εκατομμύριο πολίτες, οι οποίοι ζουν και δραστηριοποιούνται στην περιοχή.
Η Πολιτεία τα τελευταία χρόνια ειδικά έκανε άλματα στην προσπάθεια να καλύψει το έλλειμμα που υπήρχε στην ανάπτυξη της δυτικής Θεσσαλονίκης. Έστρεψε το βλέμμα της εκεί, είτε λόγω βούλησης, είτε αναγκαστικά (δεν έχει και μεγάλη διαφορά), και έκανε παρεμβάσεις εξισορροπώντας τα πράγματα σε σχέση με το υπόλοιπο πολεοδομικό συγκρότημα. Κεντρική διοίκηση και αυτοδιοίκηση έλυσαν προβλήματα και προώθησαν την ανάπτυξη με υποδομές και με παρεμβάσεις κρίσιμες. Ο μηδενισμός και η απαξίωση, στην οποία επιμένουν ορισμένοι δεν ωφελεί κανέναν, ενώ και ο εθελοτυφλισμός λειτουργεί αποπροσανατολιστικά.
Τώρα είναι η σειρά της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, των δήμων δηλαδή, να πάρουν επιτέλους αποφασιστικά στα χέρια τους το μέλλον της περιοχής, αξιοποιώντας και τη συγκυρία και τη δυνατότητα που τους δίνεται μέσα από τις παρεμβάσεις που υλοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, να βελτιώσουν άρδην την κατάσταση και να λύσουν τα σημαντικά ζητήματα, που ευθύνονται για την όποια απομένουσα υποβάθμιση της περιοχής και της καθημερινότητας των πολιτών.
Επειδή οι αποσπασματικές παρεμβάσεις δεν αποδίδουν κι επειδή τα διοικητικά όρια των δήμων δεν ανταποκρίνονται στις επιταγές της καθημερινότητας της τοπικής κοινωνίας, είναι αναγκαίο όσο ποτέ ένα συνολικό συνεκτικό σχέδιο, που θα περιλαμβάνει τους τέσσερις δήμους της δυτικής Θεσσαλονίκης και τον κεντρικό δήμο, ο οποίος χωροταξικά έχει στα όριά του μέρος της δυτικής Θεσσαλονίκης (η πολεοδομική συνοχή που ανέφερα).
Αντιλαμβάνομαι ότι κάθε δήμος έχει τις δικές του προτεραιότητες και περιορίζεται ακόμη και νομικά στα διοικητικά του όρια. Δεν θα επωμιστεί ευθύνες κανένας για τον άλλο κι ας μιλάμε ακόμη και για τον ίδιο δρόμο, που μπορεί να διασχίζει δυο δήμους. Αυτή η λογική όμως απλώς συσσωρεύει προβλήματα ή γιγαντώνει ήδη υφιστάμενα, διότι τα προβλήματα και η ανάπτυξη δεν έχουν διοικητικά όρια. Συνιστά κοινή παραδοχή πια.
Η συγκυρία επισημαίνω είναι ευνοϊκή. Ζήσαμε αυτές τις λογικές δεκαετίες τώρα. Δεν θέλω να αποδώσω ευθύνες που δεν αναλογούν έτσι κι αλλιώς σε καμιά δημοτική αρχή. Έτσι μάθαμε να κάνουμε έτσι κάναμε. Και στο φινάλε, αυτή η λογική οδήγησε στη σημερινή κατάσταση, είτε μας αρέσει, είτε όχι, είτε με καθυστέρηση, είτε με ταχύτητα. Τώρα όμως μάς δίνεται όλους μια μεγάλη ευκαιρία να διεκδικήσουμε και να πετύχουμε την κατάρτιση ενός σχεδίου, όπως το περιέγραψα προηγουμένως. Ενός σχεδίου δίχως τα στενά όρια κάθε δήμου, αλλά με όρια αυτά του συνόλου του δυτικού τμήματος του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.
Ποια είναι η συγκυρία;
Πρώτον έχουμε δημοτικές εκλογές, που θα αναδείξουν τον ερχόμενο Οκτώβριο τις διοικήσεις των δήμων της περιοχής για την επόμενη πενταετία. Η πενταετία ως χρόνος είναι επαρκής για να αρχίσουν να υλοποιούνται παρεμβάσεις στο πλαίσιο ενός τέτοιου σχεδίου, δηλαδή να μπουν οι βάσεις για να γίνει πραγματικότητα και να δοθούν λύσεις σε μείζονα προβλήματα της περιοχής, που δεν λύνονται επί δεκαετίες, λόγω και της ανυπαρξίας ενός τέτοιου σχεδιασμού.
Δεύτερον έχουμε διαθέσιμους πόρους, με χρονικό ορίζοντα που για τις χρηματοδοτικές πηγές υπερκαλύπτει την πενταετία. Το νέο ΕΣΠΑ μόλις ξεκίνησε, το Ταμείο Ανάκαμψης είναι ενεργό, τα άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα θα εξελίσσονται για πολλά χρόνια ακόμη...
Θεωρώ πως αυτοί οι δυο λόγοι είναι επαρκείς για να πείσουν για το ευνοϊκό της συγκυρίας.
Προαπαιτούμενο όμως είναι η πρωτοβουλία και ο σχεδιασμός, που δεν μπορεί να είναι κοντόφαλμος ή περιοριστικός.
Τη μεν πρωτοβουλία πρέπει είτε να την αναλάβουν δια της συνεννοήσεως οι νέοι δήμαρχοι μετά τον ερχόμενο Οκτώβριο, είτε να την αναλάβει κάποιος υπερκείμενος φορέας, όπως για παράδειγμα ήταν ο παλαιός και κακώς καταργημένος Οργανισμός Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης. Θα μπορούσε να είναι και κάποιος άλλος φορέας, όπως μια αναπτυξιακή εταιρία, η μητροπολιτική διοίκηση ή ακόμη κι ένας νέος φορέας, τον οποίο θα πίεζε η τοπική αυτοδιοίκηση να δημιουργηθεί ή θα αναλάμβανε την πρωτοβουλία να τον συστήσει η ίδια, με μοναδικό στόχο την κατάρτιση ενός αναπτυξιακού σχεδίου για τη δυτική Θεσσαλονίκη.
Φαντάζομαι θα υπάρξουν πολλοί που θα ανασύρουν διάφορα σχέδια από το παρελθόν (μια ματιά έριξα στη βιβλιοθήκη μου και είδα τρία...), όμως πλέον χρειάζεται και πολιτική νομιμοποίηση ένα τέτοιο σχέδιο και επικαιροποιημένα δεδομένα. Την πολιτική νομιμοποίηση θα την έχει, αφού θα γίνουν εκλογές. Και εθνικές και αυτοδιοικητικές. Τα δεδομένα όμως ποιος θα τα συλλέξει; Ποιος θα τα βάλει στον χάρτη; Ποιος θα καθορίσει τα υπερτοπικά έργα από τα τοπικά; Ποιος θα κάνει έναν συνολικό προϋπολογισμό; Ποιος θα δείξει τις πηγές χρηματοδότησης για κάθε παρέμβαση; Ποιος θα εκπονήσει τις μελέτες;
Θεωρώ ότι, αφού αυτός ο διάλογος δεν θα γίνει προεκλογικά και είναι μάταιο να το ζητάω από τους υποψήφιους δημάρχους της περιοχής (αν και θα έπρεπε), μετεκλογικά οι νέες διοικήσεις των δήμων της δυτικής Θεσσαλονίκης οφείλουν να αναζητήσουν κοινό βηματισμό και να κάνουν αυτό το αναγκαίο βήμα (και ωφέλιμο για όλους) προκειμένου να καταρτιστεί και να αρχίσει να υλοποιείται ένα τέτοιο αναπτυξιακό σχέδιο για τη δυτική Θεσσαλονίκη. Τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να γίνει κάτι τέτοιο είναι πολλά, όμως αντί να αναμασάμε όλοι τα γνωστά περί δυτικής Θεσσαλονίκης κάποια στιγμή πρέπει να γίνει αυτό το αναγκαίο πρώτο βήμα. Και πρέπει να γίνει από την τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου βαθμού, διότι έχει και συμβολική και ουσιαστική αξία και προοπτική, καθώς θα αντιπροσωπεύει τη βούληση της τοπικής κοινωνίας.
Οι διαπιστωτικές λογικές, που χαϊδεύουν τα αυτιά των πολιτών, έχουν ξεπεραστεί από την πραγματικότητα. Χρειάζεται δράση και όραμα. Χρειάζεται προοπτική βασισμένη σε ένα ρεαλιστικό σχέδιο, με μετρήσιμα αποτελέσματα και συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Και πάνω από όλα χρειάζεται η βούληση και η διάθεση για συνεργασία. Να κοιτάξουν όλοι όσοι σήμερα διεκδικούν την ψήφο μας το δάσος κι όχι μόνο το δέντρο.