«Το σύνδρομο είναι ένα σύνολο κλινικών συμπτωμάτων και φυσικών ευρημάτων που υποδηλώνουν μια συγκεκριμένη παθολογική κατάσταση, για την οποία δεν προσδιορίζονται τα αίτια. / Στα ψυχοπαθολογικά σύνδρομα περιλαμβάνονται η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, κ.ά. / Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή ή Μανιοπαρορμητική Διαταραχή (obsessive–compulsive disorder, OCD) χαρακτηρίζεται είτε από ιδεοληψίες (obsessions) είτε από ψυχαναγκασμούς (compulsions) είτε και από τα δύο, ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις που συνιστούν πηγή δυσφορίας για το άτομο και απασχολούν σημαντικό μέρος από τον χρόνο του και από την επαγγελματική, κοινωνική και τη συναισθηματική του ζωή».
Αυτός είναι ο ορισμός του συνδρόμου, τον οποίο παραθέτει ο δημοσιογράφος Μάκης Ανδρονόπουλος, προκειμένου να εξηγήσει τον τίτλο του βιβλίου του «Το Γερμανικό Σύνδρομο – Η Ελλάδα και η Ευρώπη απέναντι στη γερμανική ιδιαιτερότητα», το οποίο γράφτηκε και κυκλοφόρησε το 2013, υπό το βάρος της ελληνικής κρίσης και των μνημονίων, και επανεκδόθηκε τώρα επικαιροποιημένο με τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων από τις εκδόσεις «Ελληνοεκδοτική».
Η επανέκδοση έγινε στα τέλη του περασμένου χρόνου, αλλά στο διάστημα των λίγων μηνών που μεσολάβησαν η συγκυρία των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στην ίδια τη Γερμανία το καθιστούν ακόμη πιο επίκαιρο. Διότι, όπως φαίνεται, μετά την εκλογή Τραμπ, την πορεία του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και την αλλαγή ηγεσίας στο Βερολίνο, που επίκειται, η Γερμανία επιστρέφει στο επίκεντρο, μέσω δεδομένων που μέχρι πρόσφατα έμοιαζαν πολύ δύσκολα, ενδεχομένως και αδιανόητα. Με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη ρωγμή στη συμμαχία της Δύσης και το ΝΑΤΟ που έχει ήδη επιφέρει ο πρόεδρος Τράμπ, το Βερολίνο, τόσο του σοσιαλοδημοκράτη απερχόμενου Καγκελαρίου Σολτς όσο και του επερχόμενου Χριστιανοδημοκράτη Μερτς, η Γερμανία φέρεται αποφασισμένη να υλοποιήσει ένα γιγαντιαίο εξοπλιστικό πρόγραμμα 200 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια, ενώ δείχνει να υποχωρεί -έστω εν μέρει- και από την άκαμπτη επί δεκαετίες θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο περί κοινού δανεισμού όσο και περί ελλειμμάτων. Προφανώς οι νέες συνθήκες πέραν του Ατλαντικού, που υποχρεώνουν την Ευρώπη να πάρει την άμυνα στα δικά της χέρια, καθώς νιώθει την απειλή της Ρωσίας του Πούτιν, υποχρέωσαν το Βερολίνο να απαρνηθεί δόγματα στα οποία εν πολλοίς βασίστηκαν οι οικονομικοί κανόνες που επέβαλε στην ΕΕ τις τελευταίες δεκαετίες του ευρώ, αλλά και η ίδια η κοινωνική της ευημερία.
Στο κέντρο της Ευρώπης
Η Γερμανία ήταν και όπως φαίνεται θα παραμείνει και στο μέλλον βασική ατμομηχανή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπότε ενδιαφέρει άμεσα την Ελλάδα, που έχει συνδέσει στρατηγικά την προοπτική και το μέλλον της με την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Άλλωστε ανάμεσα στις δύο χώρες υπάρχουν στενοί οικονομικοί και… κοινωνικοί δεσμοί. Χιλιάδες Έλληνες -η συντριπτική πλειονότητα των οποίων από τη Βόρεια Ελλάδα- βρέθηκαν μεταπολεμικά στη Γερμανία και παραμένουν οι ίδιοι, τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Γι’ αυτό, άλλωστε, και από το αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης ανέκαθεν οι πτήσεις προς γερμανικά αεροδρόμια ήταν και παραμένουν αρκετές και καθημερινές. Για τον ίδιο λόγο η γερμανική αγορά απορροφά μεγάλο τμήμα των ελληνικών εξαγωγών, ενώ -παράλληλα- πολλές γερμανικές φίρμες, όχι μόνο αυτοκίνητα και βιομηχανικά προϊόντα, αλλά ακόμη και εμπορικές επιχειρήσεις, δραστηριοποιούνται έντονα στη χώρα μας, η οποία υποδέχεται κάθε χρόνο εκατομμύρια Γερμανούς τουρίστες.
Με αυτά τα δεδομένα -συν τον καθοριστικό ρόλο του Βερολίνου στην εξέλιξη της πρόσφατης ελληνικής κρίσης- η Γερμανία (πρέπει να) ενδιαφέρει την Ελλάδα. Και η καλύτερη γνώση και κατανόηση της γερμανικής νοοτροπίας είναι ο λόγος που καθιστά απολύτως επίκαιρο το βιβλίο του Μάκη Ανδρονόπουλου, το οποίο διαβάζεται με ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο: την ποικιλομορφία του, καθώς ο συγγραφέας για να προσεγγίσει το στόχο του παραθέτει στοιχεία ιστορίας, οικονομίας, φιλοσοφίας, πολιτισμού και απλού ρεπορτάζ, ενώ από το κείμενο δεν λείπουν οι προσωπικές του θέσεις.
«Η γερμανική ιδιαιτερότητα έχει σημασία όχι μόνο ιστορικά, αλλά και ως βασικό εργαλείο κατανόησης του πώς η Γερμανία κινείται και θα κινηθεί μεσομακροπρόθεσμα, τόσο στο ευρωενωσιακό περιβάλλον όσο και ως κρίσιμος παίκτης της Δύσης» σημειώνει ο Μάκης Ανδρονόπουλος στην καινούργια εισαγωγή του βιβλίου, ενώ σε άλλο σημείο υπογραμμίζει: «Το "γερμανικό σύνδρομο" συνεχίζει να εκδηλώνεται με αυξανόμενη συχνότητα και όλο λιγότερα προσχήματα, είτε λόγω του πανικού από τις δραματικές επιπτώσεις του ρωσο-ουκρανικού πολέμου στη γερμανική οικονομία είτε λόγω της βιασύνης να μη χαθεί η ευκαιρία που παρουσιάζεται για τον επανεξοπλισμό της χώρας και την προβολή τής ισχύος της μέσα στην Ευρώπη αλλά και στη διεθνή σκακιέρα. Σήμερα, έχουν προστεθεί νέοι σοβαροί λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη βαθύτερη κατανόηση της γερμανικότητας (Deutschtung) και των επιδιώξεών της. Το γερμανικό πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα, αν όχι παγκόσμιο».

Θαυμαστές και εχθροί
Ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι που συμπαθούν -έως θαυμασμού- το γερμανικό μοντέλο, κυρίως για όσα πέτυχε σε παραγωγικό και οικονομικό επίπεδο στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Αρκετοί θαυμάζουν και τον πολιτισμό τους, κυρίως τη λογοτεχνία και τη μεγάλη μουσική. Φυσικά υπάρχουν και πολλοί που -δικαιολογημένα- βλέπουν τους Γερμανούς με… μισό μάτι, κυρίως επειδή είναι υπεύθυνοι για δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά και για ιστορικές θηριωδίες, όπως τα Ολοκαυτώματα – κυρίως των Εβραίων, αλλά και των τσιγγάνων, των αναπήρων, των γερόντων και -φυσικά- όσων τους αντιστάθηκαν. Προφανώς ισχύουν και οι δύο συνθήκες, όπως και το γεγονός ότι επί δεκαετίες η Ευρωπαϊκή Ένωση (δεν) εξελίσσεται εξαιτίας τους, αφού έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Ξεδιαλύνοντας τα πράγματα ο Ανδρονόπουλος στο βιβλίο του υποστηρίζει ότι: «Όλοι οι λαοί είναι ιδιαίτεροι. Δεν είναι μόνο το φυσικό περιβάλλον τους, η γλώσσα και η κουλτούρα τους, είναι και η ιστορική τους εμπειρία, οι κατά καιρούς κυρίαρχες θρησκείες και ιδεολογίες, είναι πάμπολλοι οι παράγοντες που διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν τη νοοτροπία και την ιδιαιτερότητά τους. Όλοι οι λαοί έχουν τις καλές και τις κακές τους φάσεις στην Ιστορία, τις θετικές και τις αρνητικές τους περιόδους, τους καλούς και τους κακούς τους ηγέτες. Και είναι πράγματι ύποπτο και εξαιρετικά αμφιλεγόμενο να πει κανείς ότι ένας λαός είναι καλύτερος ή χειρότερος από έναν άλλον». Παρ’ όλα αυτά -θα συμπληρώναμε εμείς- η αξία κάθε λαού για τους άλλους σχετίζεται με την ισχύ του και με την επιρροή που ασκεί στο ευρύτερο περιβάλλον. Γι’ αυτό η Γερμανία μας ενδιαφέρει ως κρίσιμος παράγων της ευρωπαϊκής ιστορίας, αλλά και του παρόντος και του μέλλοντος της Ευρώπης. Και το βιβλίο «Το Γερμανικό σύνδρομο» λειτουργεί ως παράθυρο, αλλά και ως εγχειρίδιο για τον γερμανικό κόσμο.
ΥΓ: Το βιβλίο του Μάκη Ανδρονόπουλου «Το γερμανικό σύνδρομο» έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή ως βιβλίο αυτό καθαυτό. Γράφτηκε το 2012 και εκδόθηκε το 2013 (εκδόσεις Ταξιδευτής), υπό το βάρος των γεγονότων της ελληνικής χρεοκοπίας και του ρόλου της Γερμανίας στην αναζήτηση λύσεων και διεξόδων της ελληνικής κρίσης. Ακολούθησε το 2015 μια δεύτερη έκδοση από το «ΕΘΝΟΣ της Κυριακής» σε δύο τόμους. Και τώρα έρχεται η… τρίτη ζωή του με επικαιροποιημένο περιεχόμενο. Προφανώς στο μέλλον -δεδομένης της ταχύτητας των εξελίξεων- θα χρειαστεί και άλλη -ή και άλλες- επικαιροποιήσεις, αν όχι αναθεωρήσεις. Είναι κι αυτό ένα στοιχείο για την αξία ενός βιβλίου και της προσπάθειας που συνεπάγεται η συγγραφή του.