Η παλαιότερη επιχείρηση με συνεχή λειτουργία στον κόσμο βρίσκεται στην Ιαπωνία. Είναι ένα ξενοδοχείο που λειτουργεί ως χώρος φιλοξενίας επί 1500 χρόνια. Προφανώς στους 15 αυτούς αιώνες η μορφή της φιλοξενίας άλλαξε πολλές φορές, ενδεχομένως και οι ιδιοκτήτες. Αλλά η δραστηριότητα παραμένει στο ίδιο σημείο. Επίσης για περίπου 1200 χρόνια λειτουργεί διαρκώς το Βασιλικό Νομισματοκοπείο του Ηνωμένου Βασιλείου «The Royal Mint», πιθανότατα η μακροβιότερη επιχείρηση στην Ευρώπη με συνεχή λειτουργία. Στην Ιταλία υπάρχουν τρατορίες ηλικίας πέντε αιώνων και στη Γερμανία μπιραρίες 300 ετών. Όπως φαίνεται, η επιχειρηματική και επαγγελματική παράδοση είναι ισχυρά ριζωμένη σε ορισμένους τόπους και προσφέρει τοπόσημα στην κοινωνική ζωή και την ιστορία, καθώς προσφέρει μνημεία καθημερινότητας, που αν και βρίσκονται σε δεύτερο και τρίτο πλάνο σε σχέση με τα κλασικά μνημεία (ναούς, ανάκτορα, βιβλιοθήκες, δημόσια κτήρια κ.λπ.) σφραγίζουν με την παρουσία και την ύπαρξή τους την πολιτισμική ταυτότητα κάθε τόπου.
Στην Ελλάδα δεν έχουμε ανάλογα παραδείγματα. Οι μακροβιότερες επιχειρήσεις οριοθετούνται μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους -για παράδειγμα η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος γίνεται φέτος 183 ετών. Υπάρχουν, επίσης, θεσμοί με ηλικία άνω των 100 ετών, αλλά και γνωστές εταιρείες που έχουν ξεπεράσει τον ένα αιώνα ζωής, με την παρουσία τους να «χρωματίζει» την οικονομία. Κάτι, βέβαια, που απέχει από τη χωροταξική συνθήκη του να ασκείται επί αιώνες στο ίδιο σημείο η ίδια δραστηριότητα. Η ελληνική παράδοση είναι πολύ στενότερη χρονικά, καθώς συνήθως τα μαγαζιά – θρύλοι διαρκούν μία, δύο ή τρεις το πολύ γενιές. Όσο λειτουργούν το αποτύπωμά τους είναι βαθύ, αλλά βεβαίως δεν αποτελούν παρά μέρος της μικροϊστορίας του κάθε τόπου. Το κλείσιμό τους τα… αποσύρει οριστικά και αμετάκλητα από το περιβάλλον, άλλωστε συνήθως οι λόγοι που δεν συνεχίζουν είναι οικονομικοί, όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εποχής. Ιδιαίτερα στις πόλεις στο τέλος το μόνο που απομένει είναι οι αναμνήσεις όσων επισκέφθηκαν αυτά τα καταστήματα, τα οποία αλλάζουν χρήση, ιδιοκτήτη, ενοικιαστή. Ίσως και κάποια δημοσιεύματα, κυρίως σε εφημερίδες και σε εξαιρετικές περιπτώσεις σε κάποιο βιβλίο. Το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες τους είναι καταδικασμένα να ξεχαστούν, όπως και οι διάσημοι που τα επισκέφθηκαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις το όνομά τους -το… brand name τους όπως θα λέγαμε στην καθομιλουμένη- είναι ή θεωρείται ότι είναι τόσο δυνατό που κάποιοι επιχειρούν να το αναστήσουν, ακόμη κι αν έχουν περάσει πολλά πολλά χρόνια. Συνήθως το αποτέλεσμα είναι… χλιαρό, με την έννοια ότι κάποιοι θυμούνται, κάποιοι άλλοι ενδιαφέρονται να μάθουν και οι περισσότεροι κρίνουν τη νέα προσπάθεια αποκλειστικά από το περιεχόμενο.
Στη Θεσσαλονίκη οι αστικές παραδόσεις δεν ευδοκιμούν. Οι δεκάδες αιώνες συνεχούς ιστορίας της πόλης καταγράφονται στα κλασικά μνημεία. Σε δημόσια κτήρια και υποδομές των κρατικών οντοτήτων στα εδαφικά όρια των οποίων ανήκε κατά καιρούς. Από το Βασίλειο των Μακεδόνων, τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή, την Οθωμανική αυτοκρατορία και τα τελευταία 112 χρόνια στο νεότερο ελληνικό κράτος. Αν υποθέσουμε ότι το εμπόριο είναι μια σταθερή δραστηριότητα στην πόλη από την στιγμή της ίδρυσής της, μόνο στο λιμάνι υπάρχουν κάποια ιχνοστοιχεία γι’ αυτό και πάλι όχι από την αρχή. Κατά τα λοιπά οι περισσότερες σταθερές παραδόσεις -Επιμελητήρια, αθλητικοί σύλλογοί, πανεπιστήμια, διάφορες συλλογικότητες κ.λπ.- ανάγονται στις αρχές του 20ού αιώνα, τουλάχιστον οι περισσότερες. Λίγο πριν ή λίγο μετά την ενσωμάτωση της πόλης στον εθνικό κορμό. Η άνθηση της γαστρονομίας και της διασκέδασης τις τελευταίες δεκαετίες, σε συνδυασμό με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, ανέδειξαν στο προσκήνιο και τις ανάλογες επιχειρήσεις, που -δικαίως ή αδίκως- έχουν περάσει στο πεδίο του… μύθου. Από τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα» που έπαιζε ο Τσιτσάνης κι έγιναν τραγούδι, μέχρι τα πατσατζίδικα της Εγνατίας, αλλά και από τα σουτζουκάκια «Ρογκότη» στην Καλαποθάκη και «Άριστον» στη Δημητρίου Γούναρη μέχρι το καφέ Stretto, που έχει κι αυτό το μουσικό του θέμα δια χειρός του λυρικού Γιώργου Σταυριανού. Πρόσφατα στα κοινωνικά δίκτυα έγινε μεγάλη συζήτηση εάν ο καινούργιος χώρος εστίασης που θα λειτουργήσει στην οδό Ικτίνου 3, ακριβώς στο σημείο όπου από το 1970 μέχρι το 2014 βρισκόταν το εστιατόριο «Τίφανις» δικαιούται να ονομάζεται «Τιφανιςx1905». Αν πρόκειται για κίνηση… τρυφερότητας ή για τυμβωρυχία. Εάν υπάρχει αγάπη ή μόνο εμπορική στόχευση. Εάν πρόκειται για έκφραση εκτίμησης ή απλώς επίκληση στο θυμικό των παλαιότερων, αφού σε ορισμένα πεδία της ζωής οι αναμνήσεις (ακόμα) πουλάνε. Τα ίδια πάνω κάτω ισχύουν και για το «Όλυμπος Νάουσα», που λειτούργησε ως εστιατόριο στη λεωφόρο Νίκης από το 1926 έως το 1994 και τα τελευταία χρόνια έχει επιστρέψει ακριβώς στο ίδιο σημείο τόσο ως εστιατόριο «Όλυμπος Νάουσα» όσο και ως τμήμα του ξενοδοχείου ΟΝ -και πάλι από τα αρχικά του Όλυμπος Νάουσα.
Είναι προφανές ότι και στις δύο περιπτώσεις -η βαρύτητα της καθεμιάς είναι διαφορετική- το όνομα δημιουργεί μια ατμόσφαιρα και μια προσμονή, αλλά σε τελική ανάλυση η αποδοχή του κόσμου δεν είναι διασφαλισμένη. Η Θεσσαλονίκη -και η Ελλάδα γενικότερα- δεν διαθέτει σοβαρή αστική παράδοση και γι’ αυτό η αλλαγή ή η διατήρηση ενός ονόματος σε μια επιχείρηση -όσο εμβληματική κι αν είναι- έχει στις περισσότερες περιπτώσεις δευτερεύουσα σημασία. Τα προϊόντα, οι υπηρεσίες, η εξυπηρέτηση, το σημείο, η άνεση και οι τιμές, δηλαδή τα κλασικά του εμπορίου και της αγοράς, θα καθορίσουν την απήχηση και την εμπορική της απόδοση. Άλλωστε αν αυτές οι επιχειρήσεις που «αναβιώνουν» -στην προκειμένη περίπτωση τα παραδείγματα του Τίφανις και του Όλυμπος Νάουσα- λειτουργούσαν συνεχώς μέχρι σήμερα είναι απολύτως βέβαιον ότι θα είχαν εξελίξει με τον τρόπο τους την κουζίνα, το σέρβις, τη διακόσμηση. Λόγω του ανταγωνισμού στην πιάτσα, όπως και των αλλαγών στον τρόπο ζωής και την καθημερινότητα, που εξαρτώνται τόσο από κοινωνικές όσο και από επαγγελματικές και οικονομικές συνθήκες. Μόνο που οι σταδιακές αλλαγές θα έμοιαζαν ως μη… γενόμενες, ενώ η «επαναλειτουργία» εκ του μηδενός τις κάνει ορατές δια γυμνού οφθαλμού. Συμπέρασμα: όταν ένας κύκλος κλείνει καλό είναι να τον αφήνουμε στην ησυχία του και στις αναμνήσεις, που -όπως λέει και το τραγούδι- «θυμίζουνε τα περασμένα». Σε όσους μπορούν και θέλουν να θυμούνται. Αντίθετα όταν ένας κύκλος ανοίγει ο τίτλος του βιβλίου (πρέπει να) είναι νέος, να δείχνει την έμπνευση που υπάρχει. Και οι σελίδες του λευκές. Μόνο στο τέλος, όταν κάποτε κλείσει, θα φανεί το βάθος και η ένταση του αποτυπώματος.