Ήταν ανέλπιστα ψυχρός ο Σεπτέμβρης του 1938 στη Θεσσαλονίκη. Οι κάτοικοι είχαν φορέσει ήδη τα παλτό, οι κυρίες μάλιστα στις βραδινές εξόδους κάλυπταν το κεφάλι με γούνινα καπέλα. Ήταν ανέλπιστα ψυχρό και υγρό το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου και το πούσι που έπεσε αποβραδίς, δεν έλεγε να διαλυθεί. Ίσα που φαινόταν τα καράβια που έστεκαν αρόδο στον Θερμαϊκό. Αργούσε να ξημερώσει και λιγοστοί σκυφτοί διαβάτες περπατούσαν στον δρόμο.
Ο Εμμανουήλ Λουκατάρης σήκωσε το στόρι από το περίπτερό του και μια γάτα τινάχτηκε απέναντι στην Τσιμισκή. Έβγαλε τη σκούπα με το μεγάλο ξύλινο κοντάρι και καθάρισε το πεζοδρόμιο. Βιαστικά έκανε τις δουλειές εκείνο το πρωί, η υγρασία τού τρυπούσε τα κόκαλα και ήθελε να χωθεί στο στενό περίπτερο, να ζεσταθεί. Ίσα που πρόλαβε να δει με την άκρη του ματιού του τον γείτονα να βγαίνει καλοντυμένος από το σπίτι του. Γωνία Παύλου Μελά και Τσιμισκή, στη Διαγώνιο, εκείνο το χάραμα της Τρίτης 27 Σεπτεμβρίου 1938, ο καπνέμπορας, Νικόλας Μοσκώφ, επιφανές στέλεχος της επιχειρηματικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, συνιδιοκτήτης της «Καπνεμπορικής Εταιρείας Μοσκώφ», βγήκε νωρίς νωρίς να πάει στο γραφείο του, που ήταν σε κοντινή απόσταση. Φόρεσε το καλό, μάλλινο μαύρο παλτό του, έκλεισε την εξώπορτα και κινήθηκε προς το κέντρο. Δεν πρόλαβε να κάνει μερικά βήματα και είδε μια σκιά μες στο σκοτάδι, δυο μάτια που πατούσαν σπίθες, δυο χείλη σφιγμένα με μίσος. «Τι γυρεύεις εσύ εδώ;», πρόλαβε να ψελλίσει πριν δει την κάννη ενός όπλου να τον σημαδεύει. Τα επόμενα λεπτά κύλησαν μέσα στο αίμα. Ένας πυροβολισμός, μια σφαίρα που τον βρήκε στον λαιμό, το χέρι του που έφραξε τον πίδακα του αίματος και μερικά βήματα για να ξεφύγει από τον δολοφόνο του. Έφτασε στο περίπτερο του Λουκατάρη, ο οποίος άκουσε τον πυροβολισμό και βγήκε έξω. Έπεσαν ακόμη πέντε σφαίρες, καμία δεν τον πέτυχε. Ο Μοσκώφ αναζητούσε ανάσες ζωής στο περίπτερο.

Ο ανθυπολοχαγός του πυροβολικού, Ιωάννης Κατσικάρης, είχε μόλις βγει από το σπίτι του στην οδό Παύλου Μελά και έγινε μάρτυρας του φονικού. Έτρεξε αρχικά προς τον Μοσκώφ, ο οποίος έπεσε καταματωμένος πάνω του, μη μπορώντας να συγκρατήσει τον βηματισμό του. Ο Κατσικάρης τον άφησε κάτω και κινήθηκε προς τον δράστη. «Ανθυπολοχαγέ, θα σε πάρω στον λαιμό μου και δεν το θέλω, φύγε από τη μέση», του φώναξε ο φονιάς, σημαδεύοντάς τον με το όπλο, αλλά τη στιγμή εκείνη ήρθε πίσω του ο Λουκατάρης και τον κοπάνησε με το σκουπόξυλο στην πλάτη. Το ξύλινο κοντάρι έσπασε, ο δράστης παραπάτησε, το όπλο τού έφυγε από τα χέρια και ο Κατσικάρης, μαζί με τον περιπτερά και έναν ακόμη στρατιωτικό, που περνούσε από το σημείο, τον αφόπλισαν.

Ο Νικόλας Μοσκώφ μεταφέρθηκε με φορτηγό στην παρακείμενη κλινική του Ανδρεάδη και εισήχθη αμέσως στο χειρουργείο. Η σφαίρα μπήκε από την αριστερή πλευρά του λαιμού και βγήκε από τη δεξιά διαλύοντας τον φάρυγγα. Δύο ώρες αργότερα κατέληξε κι ο ιατροδικαστής Γεωργιλάς έγραψε πως αιτία ήταν η ακατάσχετη αιμορραγία.
Η κηδεία του έγινε την επόμενη μέρα, στο Κιλκίς, και σε ένδειξη πένθους τα καταστήματα και τα σχολεία στην πόλη έμειναν κλειστά. Πλήθος κόσμου τον ακολούθησε στην τελευταία του κατοικία, η σύζυγός του Παρθένα και τα δύο παιδιά τους αδυνατούσαν να πιστέψουν το κακό που τους βρήκε, ενώ όλοι βιάζονταν να επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη και να μάθουν ποια ήταν τα κίνητρα αυτής της άγριας, εν ψυχρώ δολοφονίας.

«Μετανόησα από την πρώτην στιγμήν» - Η εσχάτη των ποινών στον 35χρονο δράστη
Δράστης της δολοφονίας ο 35χρονος Αναστάσιος Ανταβαλόγλου ή Αγαλίδης, με καταγωγή από την Αμισό του Πόντου, ορφανός από γονείς, ο οποίος στο παρελθόν είχε καταδικαστεί σε διετή φυλάκιση για υπεξαίρεση.
Στον εισαγγελέα Ηλία Μικρουλέα εμφανίστηκε ψύχραιμος, όταν μάλιστα ρωτήθηκε αν ήθελε να σκοτώσει τον Μοσκώφ απάντησε: «Μα σφαίρες είχε το πιστόλι, ποιος ήξερε αν θα τον σκότωναν; Δεν έχω όμως κακούργα ένστικτα. Δια την πράξιν μου μετανοώ, όπως μετανόησα από την πρώτην στιγμήν». Ο Μικρουλέας τού άσκησε δίωξη για «φόνο εκ προμελέτης» και στις 24 Οκτωβρίου του 1938 ξεκίνησε η δίκη του στο Κακουργιοδικείο της Θεσσαλονίκης. Εκεί εξιστόρησε τι είχε συμβεί και πώς έφτασε στο φονικό...

Ο Ανταβαλόγλου εργάστηκε ως εποχικός καπνεργάτης στον Μοσκώφ από τον Μάιο ως τον Ιούλιο του 1938. Η σύμβασή του έληξε στις 31 Ιουλίου, παρατάθηκε ως τις 15 Αυγούστου και ακόμη μία φορά ως τις 15 Σεπτεμβρίου. Την τελευταία μέρα πήγε στο γραφείο του αφεντικού του και παρακάλεσε τον Νικόλα Μοσκώφ να τον κρατήσει, λέγοντάς του πως δεν έχει άλλα εισοδήματα και κανέναν συγγενή ή φίλο να τον συνδράμει οικονομικά. Εκείνος αρνήθηκε και παρουσία άλλων στελεχών της εταιρείας ο Ανταβαλόγλου εκτόξευσε την απειλή του, «το λοιπόν, θα σας κανονίσω».

Με ένα μικρό βοήθημα που πήρε από το Ταμείο Καπνεργατών, αγόρασε στις 22 Σεπτεμβρίου 1938 ένα περίστροφο τύπου Ναγκάν από τον Γαβριήλ Ματζαρίδη, ο οποίος διατηρούσε οπλοποιείο στην οδό Βασ. Κωνσταντίνου 60 (σημερινή οδός Ερμού), και μερικές σφαίρες. Δύο μέρες αργότερα -προφανώς χρειαζόταν χρόνο για να επεξεργαστεί το σχέδιό του-, ξημερώματα της 24ης Σεπτεμβρίου, βρέθηκε έξω από το σπίτι του Μοσκώφ και μόλις τον είδε να βγαίνει έστρεψε το περίστροφο κατά πάνω του και πυροβόλησε. Το όπλο όμως μπλόκαρε, ο Ανταβαλόγλου προσπάθησε άλλες δύο φορές, αλλά οι σφαίρες δεν έπεφταν, εν τω μεταξύ ο Μοσκώφ, που δεν αντιλήφθηκε κάτι, είχε απομακρυνθεί και ο 35χρονος αποχώρησε. Μόλις άνοιξαν τα καταστήματα πήγε στον Ματζαρίδη και έκανε φασαρία. Ο οπλοποιός ανέλαβε να επισκευάσει το όπλο χωρίς να του πάρει χρήματα και του έδωσε ως δώρο επιπλέον σφαίρες. Τώρα πια τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει το σχέδιο του απολυμένου καπνεργάτη.
Τούτη τη φορά όμως χρειάστηκε περισσότερο να το σκεφτεί. Κανείς δεν έμαθε τι μεσολάβησε αυτές τις πέντε ημέρες, τι σκέψεις έκανε, αν το μετάνιωσε. Ωστόσο το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου εμφανίστηκε έξω από την οικία Μοσκώφ πιο αποφασισμένος από ποτέ. Σήκωσε το περίστροφο, σημάδεψε ψηλά και βρήκε στόχο στον λαιμό του θύματός του.
Η ιστορία μιας επιχειρηματικής αυτοκρατορίας και ενός διανοούμενου
Ο Νικόλας ήταν πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Μοσκώφ με καταγωγή από τα Κοτύωρα του Πόντου-μια παράκτια πόλη στα νότια της Μαύρης Θάλασσας- και έντονη εμπορική δραστηριότητα μεταξύ Πόντου και Ρωσίας το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με έδρα το Σοχούμι. Με τον ετεροθαλή αδερφό του Κωνσταντίνο συνεταιρίστηκαν με τον Κωνσταντίνο Σεδένκο και συνέστησαν το 1921 την καπνεμπορική εταιρεία «Μοσκώφ-Σεδένκο», με έδρα την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και υποκαταστήματα στην Αμβέρσα, την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη. Αρχικά ο Νικόλας ανέλαβε τη διαχείριση της μεγάλης καπναποθήκης στο Κιλκίς κι από το 1930, όταν διαλύθηκε ο συνεταιρισμός με τον Σεδένκο, μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, όπου το 1934 ιδρύθηκε η «Καπνεμπορική Εταιρεία Μοσκώφ» με μεγάλη καπναποθήκη στην οδό Φράγκων και υποκαταστήματα σε Βόλο, Ξάνθη και Δράμα. Μέτοχοι ήταν τα αδέρφια Κωνσταντίνος, Νικόλας και Ηρακλής Μοσκώφ καθώς και ο Αριστείδης Ιωαννίδης. Όταν ο Νικόλας ανέλαβε το Κιλκίς, ο επίσης ετεροθαλής αδερφός του, Ηρακλής, διηύθυνε τα γραφεία της Αμβέρσας, μέχρι το 1928, όταν το υποκατάστημα έκλεισε και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Σταδιακά η επιχείρηση εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους οίκους εξαγωγής καπνών ανατολικού τύπου στην Ελλάδα. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής η επιχείρηση αντιμετωπίστηκε εχθρικά λόγω της συνεργασίας της με τους Άγγλους και απαγορεύτηκε η λειτουργία της.
Λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση συστάθηκε μία νέα εταιρεία με την επωνυμία «Η. Μοσκώφ» και το 1956 η «Α.Ε. Η. Μοσκώφ» με μετόχους τον Ηρακλή, τον γιο του Κωνσταντίνο και τον Παύλο Μοσκώφ, γιο του δολοφονηθέντος Νικόλα, ενώ μικρότερα ποσοστά είχαν άλλοι μέτοχοι.
Δύο νέες μεγάλες καπναποθήκες χτίστηκαν στην οδό Φράγκων το 1958 και το 1962, δίπλα στην προϋπάρχουσα, αλλά τα επόμενα χρόνια η επιχείρηση γνώρισε φθίνουσα πορεία και τελικά έκλεισε.
Γιος του Ηρακλής Μοσκώφ ήταν ο σπουδαίος ποιητής, ιστορικός, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος, Κωστής Μοσκώφ, ένας από τους πιο διαπρεπείς εκπροσώπους της μεταπολεμικής λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης, αλλά και αξιόλογος εκπρόσωπος της αριστερής διανόησης. Ο Ηρακλής Μοσκώφ παντρεύτηκε την Αμίνα Αρριγκόνι, κόρη του αρχιτέκτονα Πιέτρο Αρριγκόνι, ο οποίος έχει αφήσει μερικά από τα πιο ωραία κτήρια στην πόλη -τη Βίλα Μεχμέτ Καπαντζή, τη Βίλα Μπιάνκα, το Ιπποκράτειο νοσοκομείο κ.ά.
Ο φόνος της Τσιμισκή «δια ασήμαντον αφορμή»
Ο φόνος του Νικόλα Μοσκώφ συγκλόνισε την οικογένεια και τη Θεσσαλονίκη, λόγω του κύρους του θύματος. Η σύζυγος του Νικόλα Μοσκώφ, Παρθένα, στη θέα του δράστη στο δικαστήριο, αισθάνθηκε αδιαθεσία και δεν μπόρεσε να συνεχίσει την κατάθεσή της. Είχε προλάβει να πει μόνο ότι η οικογένεια είχε προσφέρει στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης, είχε σχέσεις με επιχειρηματίες, πολιτικούς, ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης και δεν είχε βλάψει κανέναν. Η σύνθεση του δικαστηρίου παραδέχτηκε πως το έγκλημα έγινε «δια ασήμαντον αφορμήν». Καταδίκασε τον δράστη στην εσχάτη των ποινών κι εκείνος έσκυψε το κεφάλι και μονολόγησε «μετανόησα από την πρώτην στιγμήν»...