Η 25η Μαρτίου του 1926 βρήκε τη Θεσσαλονίκη σημαιοστολισμένη και σε εθνική έπαρση. Η πόλη γιόρταζε την επέτειο της Επανάστασης του 1821 και κάποιοι τσολιάδες σίγουρα θα είχαν βγει στους δρόμους... εις ανάμνησιν… Οι αρχές βρισκόταν σε αναβρασμό, όχι τόσο για την εθνική γιορτή, όσο κυρίως για να πετύχει ο νέο θεσμός, καθώς στις 3 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου θα εγκαινιαζόταν στο Πεδίο του Άρεως (σημερινό πάρκο Σοφίας Βέμπο) σε έκταση 7000 τ.μ. ένας θεσμός εθνικής σημασίας, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Την ίδια μέρα ένας ανήσυχος ηλεκτρολόγος μηχανικός, ο Χρίστος Τσιγγιρίδης, που λίγο καιρό νωρίτερα είχε υπογράψει συμβόλαιο με τη γερμανική εταιρεία Siemens-Halske για να φέρει, να δειγματίσει και να πουλήσει σε αυτή την 1η ΔΕΘ μεγάφωνα και ενισχυτές, έβαλε σε εφαρμογή ένα φιλόδοξο σχέδιο. Μέχρι τον Οκτώβριο ο καιρός ήταν πολύς κι ο Τσιγγιρίδης έπρεπε να σκεφτεί κάτι για να δείξει στην πόλη τα νέα μηχανήματα. Έτσι γύρω στο μεσημέρι της 25ης Μαρτίου έστησε στην πλατεία της ΔΕΘ τον πρώτο ραδιοφωνικό σταθμό με κάτι «κλαπατσίμπαλα», όπως αναφερόταν, που προκαλούσαν δέος και θαυμασμό, αλλά δεν έπαυαν να αποκαλούνται «κλαπατσίμπαλα»... Τι ήθελε τώρα αυτός ο ψηλόλιγνος άντρας με το γκρι κοστούμι και το λεπτό μουστάκι μπροστά από τα κουμπιά και τα ηχεία; Ποιος ήταν και για ποιον μιλούσε;
Η πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή είχε τραγούδια, λόγο, τα νέα της ημέρας και 2 (ολογράφως δύο) ακροατές. Κάποιος νεαρός -ίσως φίλος του Τσιγγιρίδη- άκουγε από την περιοχή της πλατείας Ιπποδρομίου και ένας ναυτικός από το Μάντσεστερ μεράκλωνε με τους αμανέδες στην κουκέτα του σε αγγλικό πλοίο που είχε δέσει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Ο καινοτόμος ηλεκτρολόγος μηχανικός στη Βουλή των Ελλήνων
Σε αυτή την πόλη η ιστορία έχει δείξει πως τίποτα δεν έγινε τυχαία. Κατά έναν περίεργο, όσο και μαγικό τρόπο σαν να βρέθηκαν οι κατάλληλοι άνθρωποι, στην κατάλληλη θέση και στον κατάλληλο χρόνο. Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης ήταν ένας από αυτούς. Γεννήθηκε στη Φιλιππούπολη στα 1877, από Έλληνες γονείς, τελείωσε το γαλλικό λύκειο στη γενέτειρά του και στα 20 του χρόνια έφυγε για τη Γερμανία. Στη Στουτγάρδη έμενε ένα από τα αδέρφια του και είχε καπνεργοστάσιο εκεί, έτσι ανέλαβε να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του Χρίστου, που από μικρός ασχολιόταν με καλώδια και μηχανήματα κι επέλεξε να σπουδάσει στη Σχολή Ηλεκτρολογίας Μηχανολογίας του Πολυτεχνείου (Technische Hochschule Stuttgart). Όταν πήρε το πτυχίο του έμεινε στη Γερμανία και ασχολήθηκε αρχικά με το εμπόριο του καπνού. Εκεί γνώρισε τη σύζυγό του, Μαρία Λουίζ Φόγκελ, μια αριστοκράτισσα βελγικής καταγωγής και απέκτησαν δύο κόρες τη Ζωρζέτ (Γεωργία) και την Ελαία. Η Ζωρζέτ μάλιστα υπήρξε σολίστ του μπαλέτου της Στουτγάρδης, χορογράφος και η πρώτη Γερμανίδα χορολόγος με μια λαμπρή πορεία στην τέχνη του χορού για πάνω από 70 χρόνια. Η οικογένεια Τσιγγιρίδη εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1925 , σε μια πολυτελή βίλα στη Συνοικία των Εξοχών (σημερινή Βασιλίσσης Όλγας), στην οδό Δημοκρατίας 20, με έναν μεγάλο κήπο που έφτανε ως τη θάλασσα. Σήμερα δεν υπάρχει πια, αλλά η Ζωρζέτ και η Ελαία μεγάλωσαν εκεί, ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο του Θερμαϊκού. Ο πατέρας εργάστηκε αρχικά στη Λάρισα, όπου ανέλαβε τη διεύθυνση ηλεκτροδότησης και ύδρευσης της πόλης, αργότερα έστησε όλο τον ηλεκτρολογικό και μηχανολογικό εξοπλισμό της Βουλής των Ελλήνων και στη Θεσσαλονίκη έγινε αντιπρόσωπος της Siemens σε πλήθος μηχανημάτων. Στη διάρκεια της Κατοχής ο Χρίστος Τσιγγιρίδης συνελήφθη και φυλακίστηκε ως κατάσκοπος, επειδή η γυναίκα του ήταν Γερμανίδα, αλλά η οικογένεια πρόλαβε και έφυγε. «Επικοινωνούσαμε με γράμματα. Δεν τον είδαμε ξανά. Πέθανε αμέσως μετά τον πόλεμο», θυμόταν η Ζωρζέτ το 2018 σε μια συνέντευξη που έδωσε στη Deutsche Welle. Στα 1947 το «Ράδιο Τσιγγιρίδη» απαλλοτριώθηκε από το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, χωρίς καμία αποζημίωση για τον ιδρυτή του, ο οποίος πέθανε φτωχός και πικραμένος στις 17 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου και η κηδεία του έγινε με έξοδα του δήμου και παρουσία πλήθους κόσμου.

Μια κεραία 45 μέτρων για την πρώτη «καλημέρα σας κυρίες και κύριοι»
Αναγεννημένη από τις στάχτες της φονικής πυρκαγιάς του 1917 και των Βαλκανικών Πολέμων η Θεσσαλονίκη ήταν στα 1926 μια πόλη που αναζητούσε την ταυτότητα της νεωτερικότητας, κοιτάζοντας πότε προς την Ανατολή και πότε προς τη Δύση. Και βρήκε στο πρόσωπο ενός ανήσυχου ηλεκτρονικού -αν και ο όρος δεν υπήρχε την εποχή εκείνη- τον ήχο που θα έφευγε από την πλατεία της ΔΕΘ για να ταξιδέψει σε όλη την πόλη. Ο Τσιγγιρίδης που μεγάλωσε μέσα στους ήχους και στα ρεύματα των μηχανών, γοητευμένος από τη δυνατότητα του ανθρώπου να δαμάσει το αόρατο, οραματίστηκε να δώσει φωνή στην πόλη κι αυτή η φωνή να ξεκινήσει το ταξίδι της στον χώρο και να μείνει στον χρόνο.
Εκείνη την εποχή η ραδιοφωνία ήταν στα σπάργανά της και η ιδέα του Τσιγγιρίδη ξεκίνησε ως πείραμα περισσότερο, παρά ως πρακτική εφαρμογή. Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός της Ελλάδας, των Βαλκανίων, της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είχε έναν πομπό ισχύος αρχικά 400W κι αργότερα 4,5 KW, μια κεραία ύψους 45 μέτρων για να ακούγεται καθαρά σε όλη την πόλη και εξέπεμπε στη συχνότητα των 218,5 kHz στα μεσαία. Στο αυτοσχέδιο, αλλά καλά εξοπλισμένο ηλεκτρονικά στούντιο υπήρχε ένα γραμμόφωνο και λιγοστοί δίσκοι, με ρεμπέτικα και αμανέδες. Η μουσική ήταν κυρίως ζωντανή, αφού από εκεί περνούσαν οργανοπαίκτες και ερμηνευτές. Το πρόγραμμα περιλάμβανε επίσης συνεντεύξεις από ανθρώπους της πόλης, επώνυμους και περαστικούς, σχόλια του Τσιγγιρίδη, τα νέα της ημέρας, ακόμη και ποιήματα, αλλά και μηνύματα προς τους ακροατές. Για διαφημίσεις και χορηγίες ούτε λόγος. Το νέο διαδόθηκε γρήγορα και σύντομα ο αριθμός των ακροατών αυξήθηκε. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, όταν πλήθος επισκεπτών κατέκλυσε τη ΔΕΘ για την διοργάνωση της εμπορικής έκθεσης το περίπτερο του Τσιγγιρίδη, με τις μεγάλες χοάνες από τα μεγάφωνα να κρέμονται στις εισόδους, μετέδιδε τα ζωντανά γεγονότα της Έκθεσης και έγινε πόλος έλξης που έδινε στην πόλη ρυθμό.

Οι κάτοικοι θυμούνταν για χρόνια το θέαμα: παιδιά μαζεμένα κάτω από τον πελώριο χωνί, γυναίκες με τσάντες της αγοράς να κοντοστέκονται για να ακούσουν μια ξένη άρια, στρατιώτες στον δρόμο που γυρνούσαν το κεφάλι όταν άκουγαν το «εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Θεσσαλονίκης». Ο Τσιγγιρίδης δεν ήταν απλώς ένας εφευρέτης. Ήταν ένας αφηγητής που χρησιμοποιούσε τα ηλεκτρονικά κύματα για να φτιάξει έναν κοινό δημόσιο χώρο, έναν χώρο ήχου.
Η αλήθεια είναι πως η πρώτη επίσημη παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου συστήματος ραδιοφωνικής λήψης έγινε το 1922 στην Εταιρεία Φυσικών Επιστημών από τον καθηγητή Φυσικής του πανεπιστημίου της Αθήνας, Κώστα Πετρόπουλο, αλλά οι πειραματικές μεταδόσεις κράτησαν μερικές εβδομάδες κι ύστερα ο πομπός σίγησε. Το 1929 η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου άρχισε να κάνει κάποιες προσπάθειες για να αναπτυχθεί η ραδιοφωνία και ξεκίνησε τις διαδικασίες με το να ζητήσει προσφορές για την εγκατάσταση πομπού που θα εξυπηρετούσε ολόκληρη τη χώρα.
Τη δεκαετία του ’30, ο Τσιγγιρίδης ανανέωσε και βελτίωσε τον εξοπλισμό του, κάνοντας τις εκπομπές του ακόμη πιο ποιοτικές. Παράλληλα, οι μεγάλοι ραδιοφωνικοί οργανισμοί της Ευρώπης άρχισαν να αναγνωρίζουν τη Θεσσαλονίκη ως έναν από τους πρώτους πυρήνες ραδιοφωνίας στα Βαλκάνια κι όταν το 1938 δημιουργήθηκε ο κρατικός ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών, η Θεσσαλονίκη ήδη μετρούσε μια δεκαετία συνεχών εκπομπών χάρη στο πείσμα ενός ανθρώπου.
Σύμφωνα με την εφημερίδα «Μακεδονία», ο σταθμός ακουγόταν στο Βελιγράδι, στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, στην Κρήτη, στην Αλεξανδρούπολη και στο Παρίσι....

Η κρατική ραδιοφωνία του Μεταξά και το «χάος» που δημιουργούσε ο πατριώτης από τη Θεσσαλονίκη
Το 1936 η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά αποφάσισε να δημιουργήσει κρατικό ραδιοφωνικό σύστημα. Για τον Μεταξά, η ίδρυση ελληνικού ραδιοφωνικού δικτύου δεν ήταν μόνο ζήτημα εθνικής υπερηφάνειας, αλλά και μέσο για την «εκπαίδευση» της ελληνικής κοινωνίας. Η έντονη συμπάθειά του για το γερμανικό Τρίτο Ράιχ είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική γερμανική διείσδυση στην ελληνική οικονομία και σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η υπογραφή συμβολαίου στις 2 Ιανουαρίου 1936 με τη γερμανική εταιρεία Telefunken για την κατασκευή ενός πομπού μεσαίων κυμάτων ισχύος 100 W στη Θεσσαλονίκη, ενός πομπού βραχέων κυμάτων 5 kW στην Κέρκυρα, και ενός πομπού επίσης βραχέων ισχύος 20 kW στην Αθήνα. Στις 25 Μαρτίου 1938, η Ελλάδα ήταν μια από τις τελευταίες ευρωπαϊκές χώρες που απέκτησε εθνικό ραδιοφωνικό σταθμό με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ να τον εγκαινιάζει εκφωνώντας μέσω αυτού το διάγγελμά του για την εθνική γιορτή, ενώ κανονικό πρόγραμμα, με μουσική από τη συμφωνική ορχήστρα του σταθμού, χορωδία, ειδήσεις, και κλασική μουσική, άρχισε να μεταδίδεται στις 21 Μαΐου 1938.
Στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής οι Θεσσαλονικείς ενημερώθηκαν από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Τσιγγιρίδη για την εισβολή των Ιταλών, καθώς το σήμα του ραδιοσταθμού Αθηνών δεν έφτανε στον βορρά, αλλά οι κατακτητές δεν κατάφεραν να του πάρουν το μικρόφωνο και να ελέγξουν το πρόγραμμα για προπαγάνδα και για να ψυχαγωγήσουν τις στρατιωτικές δυνάμεις τους. Τους ήταν πολύ εύκολο να χειριστούν τον γερμανικής κατασκευής σταθμό της Αθήνας, αλλά εκείνος της Θεσσαλονίκης που είχε κατασκευαστεί από τον Τσιγγιρίδη, έμοιαζε «πραγματικό χάος». Κι ο Τσιγγιρίδης
που σαμποτάριζε συνέχεια τις γερμανικές μεταδόσεις, προσποιούμενος βλάβες στα μηχανήματα και συχνά κλείνοντας τον σταθμό επειδή, υποτίθεται, χρειαζόταν επισκευές, είχε γίνει ένας σκληρός αντίπαλος που ουδέποτε συνεργάστηκε. Ακόμη κι όταν έφεραν στο στούντιο Γερμανούς τεχνικούς, εκείνος έκανε άσχετες συνδέσεις, τον έκλεινε συνεχώς για επισκευή, αναγκάζοντας τους Γερμανούς να κατασκευάσουν δικό τους σταθμό 20 kW στη Θεσσαλονίκη. Επιπλέον, ο Τσιγγιρίδης, ένας αληθινός πατριώτης, στη διάρκεια του μεγάλου πολέμου, δημιουργούσε παρεμβολές και παράσιτα στον προπαγανδιστικό φασιστικό ραδιοφωνικό σταθμό του Μπάρι, κάτι που διαπιστώθηκε αρκετά αργότερα.

«Θεσσαλονίκη καλημέρα»... Η φωνή της πόλης...
Μια λεπτή φιγούρα με μακριά δάχτυλα που χανόταν για χρόνια ανάμεσα σε λαμπτήρες και μικροφωνικές σκιές, άναψε το 1926 μια σπίθα που έμελλε να γίνει η φωνή της Θεσσαλονίκης. Στο αυτοσχέδιο στούντιό του, με καλώδια σαν φλέβες να πάλλονται από ηλεκτρισμό και όνειρο, έστησε το πρώτο ραδιόφωνο των Βαλκανίων, μια μαγική μηχανή που έκανε τις λέξεις να ταξιδεύουν πάνω από στέγες, καμινάδες, πάνω από τον Λευκό Πύργο και το λιμάνι, δίπλα στην αφρισμένη -καθώς ακολουθούσε τις πολιτικές λέξεις- θάλασσα. Την εποχή που οι άνθρωποι άκουγαν ακόμη τον κόσμο κυρίως με τα αφτιά της γειτονιάς, ο Τσιγγιρίδης χάρισε στη Θεσσαλονίκη έναν νέο τρόπο να ανασαίνει: μουσικές που έκαναν τις καρδιές να ανοίγουν, ειδήσεις που ένωναν τις οικογένειες γύρω από έναν ξύλινο δέκτη, φωνές που γίνονταν το βουητό μιας συλλογικότητας. Κάθε εκπομπή του ήταν ένας μικρός άθλος, μια δήλωση πως η τεχνολογία μπορεί να γίνει γέφυρα, όχι ανάχωμα. Κι έτσι, μέσα από το ταπεινό του εργαστήριο, έστησε όχι μόνο έναν ραδιοφωνικό σταθμό, αλλά και μια νέα αίσθηση κοινότητας, αφήνοντας πίσω του έναν ήχο που ακόμη αντηχεί στη μνήμη της πόλης.