Στις αρχές του 19ου αιώνα η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που σφύζει από ζωή με επίκεντρο το λιμάνι της και την αγορά γύρω από αυτό. Μικρά και μεγάλα πλοία φορτώνουν και ξεφορτώνουν εμπορεύματα κι ένα πολύχρωμο πλήθος από εμπόρους και ναυτικούς συνωστίζονται στα καφενεία. Καφές, ζάχαρη, μοσχοκάρυδο, κανέλα και πιπέρι μέσα σε ξύλινα κιβώτια γεμίζουν τα κάρα. Μετάξι, χαρτί, και πολύτιμα υφάσματα έρχονται από την Κωνσταντινούπολη, λάδι, σφουγγάρια και φρούτα από τα νησιά του Αιγαίου. Καράβια με τα αμπάρια τους γεμάτα ξυλεία φεύγουν για την Κρήτη και άλλα με δημητριακά και καπνό για την Ανατολή. Λίγο πιο πάνω, στα χάνια, μουλάρια ξεκουράζονται και μόλις χαράξει η μέρα αναχωρούν τα καραβάνια για τη Σόφια, τα Σκόπια, τη Βιέννη.
Για την οθωμανική διοίκηση η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη-κόσμημα, με το εμπόριο σε άνθηση, με τη σπουδαία ιστορική κληρονομιά, με την αρχιτεκτονική που προκαλεί θαυμασμό. Η πόλη επηρεάστηκε από τις μεταρρυθμίσεις της Υψηλής Πύλης και σταδιακά δημιουργήθηκαν υποδομές όπως ο σιδηρόδρομος, ενώ πολυτελείς επαύλεις στήνονται κατά μήκος της παραλίας.

Στο λεξικό που εκδόθηκε στα 1823 στη Βοστόνη, ο Αμερικανός λεξικογράφος, Joseph Emerson Worcester κάνει αναφορά στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης και μάλιστα την κατατάσσει δεύτερη σε εμπόριο μετά την Κωνσταντινούπολη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κύρια εξαγώγιμα προϊόντα είναι το βαμβάκι, ο καπνός, το καλαμπόκι και το μαλλί και στους δρόμους τριγυρνούν έμποροι από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αγγλία, την Ολλανδία, ενώ στο λιμάνι συγκεντρώνονται μεγάλες ποσότητες από ξυλεία και καρύδια που φτάνουν από το Άγιον Όρος.
Γιουσούφ μπέης: Πράσινο καφτάνι και βλέμμα συνοφρυωμένο - Τι ετοιμάζουν αυτοί οι ραγιάδες;
Στα πρώτα χρόνια και συγκεκριμένα την περίοδο 1810-1818, αναπληρωτής διοικητής της Θεσσαλονίκης, μουτεσελίμης όπως είναι ο ακριβής όρος, ήταν ο Γιουσούφ μπέης, μια ιστορική προσωπικότητα, ελάχιστα μελετημένη, αλλά με ενδιαφέρουσα πορεία στον χρόνο και στην πόλη. Και -περιέργως θα πει κανείς- με πολύ καλές σχέσεις με τους Αγιορείτες μοναχούς και το Άγιον Όρος γενικότερα.
Ο Γιουσούφ μπέης ήταν μετρίου αναστήματος, με δέρμα σκούρο, δουλεμένο από τον ήλιο της Μακεδονίας και τους καπνούς των πυροβόλων, με γένι κοντό, προσεγμένο, κομμένο συχνά από σκλάβο του. Τα μάτια του βαθιά, σκουρόχρωμα, μάτια ανθρώπου που έχει μάθει να διατάζει χωρίς να υψώνει τη φωνή. Φορούσε βαρύ καφτάνι, σκούρου πράσινου ή βαθυκόκκινου χρώματος, με χρυσοκέντητα τελειώματα στους ώμους κι από κάτω το κλασικό σαλβάρι. Στη μέση του μια ζώνη πλατιά και μέσα χωμένο εγχειρίδιο -μικρό σπαθί- με λαβή στολισμένη και στο κεφάλι του ένα σαρίκι δεμένο σφιχτά. Στα χέρια του το μακρύ κομπολόι, μετρούσε τις ώρες που έπρεπε με ηρεμία να πάρει κάποια σημαντική απόφαση. Ήταν δύσκολο σαντζάκι η Θεσσαλονίκη κι ο μουτεσελίμης δεν έπρεπε να παίρνει βιαστικές αποφάσεις. Ύφος βαρύ, βλέμμα συνοφρυωμένο, κάπου πήρε το αφτί του πως οι ραγιάδες ετοιμάζουν επανάσταση. Πως στον Μοριά γίνονται περίεργες κινήσεις.

Πατέρας του ήταν ο Ισμαήλ μπέης, ηγεμόνας των Σερρών και παππούς του ο Αμπντουραχμάν μπέης, ο οποίος είχε πολλά κτήματα στη Θεσσαλονίκη. Ο Γιουσούφ ήρθε κάπου στα 1790, παιδί ακόμη ήταν, μπεϊτζίκ (μικρός μπέης) κι αγάπησε την πόλη και τα χωράφια και λίγο αργότερα του ανατέθηκε η διεύθυνση των Γενικών Αποθηκών του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο του Αλέξανδρου Λαυριώτη, το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επετηρίδα της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών το 1963.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, διατηρούσε δικό του στρατό, πιστό μάλιστα στο όνομά του, πολεμικά πλοία, φρεγάτα και κορβέτα, τα οποία σε καιρό ειρήνης μετέφεραν ξυλεία από το Άγιον Όρος στη Θράκη, στο Τσάγεζι Σερρών και στη Θεσσαλονίκη. Καράβια ξεφόρτωναν μεγάλες ποσότητες ξυλείας στον Βασιλικό Ταρσανά. Γιατί ο Γιουσούφ μπέης έτρεφε μεγάλο σεβασμό για το Άγιον Όρος, μάλιστα νέος ακόμη, όταν καταπιάνονταν με τη γεωργία ζητούσε και του έφερναν ελαιόδεντρα και λεμονιές από την Αθωνική Πολιτεία. Κι αργότερα όταν έγινε μεγάλος και τρανός, αφέντης της Θεσσαλονίκης αγόραζε τα καλύτερα μουλάρια από τον Άθωνα και όσα δεν του έκαναν, τα επέστρεφε. Για τους Οθωμανούς ήταν ήπιων τόνων κι απολάμβανε αποδοχής από τον χριστιανικό και τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης για εκείνους πάλι ήταν ένας... βολικός και συνεννοήσιμος μουτεσελίμης. Βρέθηκε στη θέση αυτή από... καραμπόλα και πιθανόν ούτε κι ο ίδιος το περίμενε πως θα διαδεχόταν τον πατέρα του.
Ο Ισμαήλ μπέης των Σερρών εξελέγη αναπληρωτής διοικητής της Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 1808, αλλά λίγο καιρό μετά ξεκίνησε εκστρατεία κατά των Σέρβων. Κάποιες παρασκηνιακές διαβουλεύσεις με την Υψηλή Πύλη έθεσαν τον Ισμαήλ εκτός διοίκησης και τη θέση του πήρε ο γιος του, Γιουσούφ, την 1η Αυγούστου 1810 μέχρι τον Ιούλιο του 1818 όταν και τον διαδέχτηκε ο Μπεκίρ Πασάς. Κι εδώ αρχίζει μια παράλληλη ιστορία....

Οι Αγιορείτες προσφεύγουν στον μπέη...
Ακόμη και μετά την απομάκρυνσή του από τη θέση του μουτεσελίμη, ο Γιουσούφ μπέης δεν εγκατέλειψε την πόλη. Λέγεται μάλιστα πως δεν ήθελε να φύγει ούτε το 1821 όταν έφτασαν τα νέα πως ξεσηκώθηκε ο Μοριάς, αναγκάστηκε ωστόσο για λόγους ασφάλειας να μετακινηθεί στην Ανατολή. Η σχέση του με το Άγιον Όρος προέκυψε για τον επιπλέον λόγο ότι ο ξάδερφός του, Ζαμπίτης Χασεκί Χαλλήλ αγάς, ήταν διοικητής (βοεβόδας) της Λήμνου και είχε στην ευθύνη του και το Άγιον Όρος, χωρίς ωστόσο να αναμειγνύεται ιδιαίτερα στη λειτουργία των μοναστηριών. Αντίθετα, ο Γιουσούφ μπέης διατηρούσε επαφές με μονές και αγιορείτες μοναχούς και σε αυτόν πήγε αντιπροσωπεία τους το 1810 για την υπογραφή «ενσφραγίστων συμφωνιών» για την εσωτερική λειτουργία του Άθωνα.

Ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Δρ. Νομικής, Διογένης Καραγιαννακίδης, εντόπισε πρόσφατα το κείμενο του Τυπικού, για την εσωτερική διοίκηση του Αγίου Όρους και το παρουσίασε χθες στη διάρκεια των εργασιών του 12ου επιστημονικού συνεδρίου της Αγιορειτικής Εστίας, που πραγματοποιείται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.
Όπως ανέφερε στη Voria ο κ. Καραγιαννακίδης «στα 1810 οι Αγιορείτες υπέβαλαν στον μουτεσελίμη Θεσσαλονίκης, Γιουσούφ μπέη, σχέδιο ενός κανονισμού ρυθμιστικού ποικίλων τομέων της εσωτερικής διοίκησης του Αγίου Όρους κι εκείνος το επικύρωσε. Πρόκειται για το 7ο Τυπικό του Αγίου Όρους».
Η ακριβής ημερομηνία του είναι 7 νοεμβρίου του 1810 και εριλαμβάνει 22 κεφάλαια, τα οποία «δεν αιφνιδιάζουν και στερούνται πρωτοτυπίας», σύμφωνα με τον κ. Καραγιαννακίδη. Μεταξύ αυτών είναι 6 κεφάλαια φορολογικών θεμάτων, 2 που καθορίζουν τις δαπάνες οικοδομών, 2 που ορίζουν τους τέσσερις επιστάτες, ένα που προβλέπει ελάφρθνση 10% των τότε 6 κοινόβιων (τα υπόλοιπα ήταν ιδιόρρυθμα), κ.ά.
Αντιπροσωπείες 16 από τα 20 μοναστήρια ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, συναντήθηκαν μαζί του και συμφώνησαν για το Τυπικό, ωστόσο δεν παρέστησαν αντιπρόσωποι από τις μονές Μεγίστης Λαύρας, Κουτλουμουσίου, Φιλοθέου και Καρακάλλου.
Σύμφωνα με το προοίμιο του Τυπικού, φτωχοί πολίτες από τα διάφορα εξαρτήματα των μοναστηριών προσέφυγαν στον Γιουσούφ μπέη, ζητώντας την παρέμβασή του γιατί τους δυνάστευαν οι μονές και πληροφορίες αναφέρουν πως ο μουτεσελίμης σχεδόν τους απείλησε να υποσχεθούν ότι θα εφαρμόσουν το Τυπικό.
Οι Αγιορείτες ήξεραν πως ο Οθωμανός αξιωματούχος ήταν στο πλευρό τους και από τη μεταξύ τους καλή σχέση μόνο κερδισμένοι θα έβγαιναν. Οι δύο πλευρές συνεργάζονταν από όταν ο Γιουσούφ μπέης ανέλαβε τη διοίκηση της Θεσσαλονίκης και οι μοναχοί ανέλαβαν την υποχρέωση να τον ενημερώνουν αν έμπαιναν κλέφτες εντός των ορίων του Άθωνα, ή αν περνούσε από τα ανοιχτά πειρατικό πλοίο... γιατί ποιος μπορούσε να εγγυηθεί ότι δεν είχε στόχο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης; Επιπλέον οι μοναχοί τον ενημέρωναν αν κατέπλεε στη Δάφνη κυβερνητικό σκάφος της βασιλικής αρμάδας και ποιον σκοπό είχε.
Σήμερα φαντάζει λίγο περίεργο το να υπάρχει συνεργασία και επικοινωνία των μοναχών με τον διοικητή της Θεσσαλονίκης που όρισε ο σουλτάνος. Για τις αρχές του 19ου αιώνα όμως, κάτι τέτοιο ήταν ως και... απαραίτητο. Γιατί η καλή συνεργασία με τον Οθωμανό, βοηθούσε τον Χριστιανό να πετύχει τους στόχους του...