Γωνία Μπιζανίου και Βασ. Γεωργίου στο αριστερό μας χέρι, με κατεύθυνση προς το κέντρο. Θεόρατες πολυκατοικίες ορθώνονται γύρω γύρω και σε κείνη τη γωνία η πιο ψηλή. Καταστήματα στο ισόγειο και κόσμος πολύς στα πεζοδρόμια. Και αυτοκίνητα, πολλά αυτοκίνητα στον δρόμο. Άλλα σταματούν στο φανάρι, άλλα στρίβουν στα στενά. Μια εικόνα συνηθισμένη για τη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 2026.
Γωνία Μπιζανίου και Βασ. Γεωργίου, ήταν κάποτε, όχι πολύ πίσω στον χρόνο, τον 20ό αιώνα, μια βίλα με τέσσερις ορόφους, 28 δωμάτια και... πολεμίστρες. Κόσμημα για τη γειτονιά και την πόλη. Γνώρισε δόξες, χλιδάτα σουαρέ, έναν μεγάλο έρωτα, είχε επώνυμους ενοίκους και έναν μοχθηρό επιστάτη με δολοφονικά ένστικτα, για τα οποία ο ίδιος ο Μουσολίνι διέταξε την εκτέλεσή του με απαγχονισμό.
Ο Γιώργος Πολυχρονιάδης, ο ερμηνευτής με την πιο χαρακτηριστική «σόουλ» φωνή της ελληνικής μουσικής σκηνής, αναλαμβάνει χρέη ξεναγού και ιστοριογράφου για το σπίτι όπου γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα 13 του χρόνια, την εμβληματική οικία του Πιέρο Αριγκόνι, του Ιταλού αρχιτέκτονα που ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να την αναμορφώσει οικιστικά, ερωτεύτηκε την πόλη κι ένα κορίτσι κι έμεινε εδώ μέχρι τη δολοφονία του τον Φεβρουάριο του 1940.

Ο Πιέρο ερωτεύτηκε τη Θεσσαλονίκη και μια γυναίκα
«Η οικία Πιέρο Αριγκόνι κτίστηκε το 1898 και είχε 4 ορόφους και 28 δωμάτια, ήταν ένα σπίτι-κόσμημα για την πόλη για χρόνια πολλά. Είμαι τυχερός που γεννήθηκα και έζησα σε αυτό το σπίτι, το οποίο αποτελεί κομμάτι της ιστορίας της πόλης. Για μας, μικρά παιδιά τη δεκαετία του ΄50 ήταν ο πύργος μας κι όταν το 1964 γκρεμίστηκε έκλαιγα για μέρες. Το 1975 έφυγα για την Αθήνα κι έκτοτε ήρθα πολλές φορές στη γενέθλια πόλη και έρχομαι ακόμη -όχι πια τόσο συχνά-, αλλά εκείνες οι εικόνες των πρώτων χρόνων της ζωής μου, έχουν εντυπωθεί μέσα μου περισσότερο από οποιασδήποτε άλλες», λέει στη Voria.gr ο κ. Πολυχρονιάδης. Γεννήθηκε στα 1951 κι έζησε στη βίλα Αριγκόνι ως το 1964. Έπαιξε στην παραλία και στα σκάμματα του Μακεδονία Παλλάς, έριξε τις πρώτες του βουτιές στον Θερμαϊκό και έκανε τις βόλτες του στα λουτρά της Αγίας Τριάδας, ερωτεύτηκε κι αυτός αργότερα μια Θεσσαλονικιά κι ως σήμερα υποστηρίζει την ομάδα του Άρη. Αλλά τίποτα δεν είναι όπως τότε, τα πρώτα 13 χρόνια της ζωής του στον πύργο.

«Εκεί στις πολεμίστρες, που ήταν στην ταράτσα, η θεία μου Όλγα Τσομίδου που έμενε δίπλα μας είχε 4-5 κότες και πίνανε νερό από ένα γερμανικό κράνος που είχε ξεμείνει από τον πόλεμο. Το δικό μας διαμέρισμα έβλεπε στην οδό Βασ. Γεωργίου, τότε στον αριθμό 28, κι από το παράθυρο χάζευα το τραμ που περνούσε από κάτω και τα πιο μεγάλα παιδιά έκαναν σκαλομαρία. Είχαμε ξυλόσομπες, μεγάλες, ωραίες πήλινες σόμπες, πραγματικά κομψοτεχνήματα και αργότερα πετρελαίου. Περιέργως αυτό το σπίτι, αν και τόσο μεγάλο, τόσο πλούσιο, τόσο αριστοκρατικό, δεν είχε τζάκι σε κανέναν όροφο», θυμάται ο κ. Πολυχρονιάδης.

Ο Πιέρο Αριγκόνι ζούσε στην Ιταλία με τη σύζυγό του και τα τρία τους παιδιά και ήρθε στη Θεσσαλονίκη το 1890, όπου ερωτεύτηκε μια άλλη γυναίκα, την παντρεύτηκε και απέκτησε άλλα έξι παιδιά. Ένα από αυτά, η πανέμορφη κόρη του, Αμίνα, αγάπησε και παντρεύτηκε τον γνωστό και εύπορο καπνέμπορο, Ηρακλή Μοσκώφ, εγγονός του οποίου ήταν ο λογοτέχνης, φιλόσοφος και διανοητής της Αριστεράς, Κωστής Μοσκώφ. Ο Ηρακλής Μοσκώφ ήταν ξάδερφος της Όλγας Πολυχρονιάδη, μητέρας του γνωστού τραγουδιστή.

«Ήταν ένα σπίτι-πύργος. Θυμάμαι κάθε του γωνιά. Εγώ και η οικογένειά μου μέναμε στον δεύτερο όροφο, με ενοίκιο ένα συμβολικό ποσό. Μας το είχε παραχωρήσει ο ξάδερφος της μητέρας μου, ο Ηρακλής Μοσκώφ. Είχαν κλείσει μερικές εσωτερικές πόρτες σε κάθε όροφο και τον διαμόρφωσαν για τρεις οικογένειες με κοινόχρηστη όμως κουζίνα και κοινόχρηστο μπάνιο. Κάτι που γινόταν σε αρκετά νεοκλασικά τότε. Ήταν περίεργο αυτό, ειδικά για τις νοικοκυρές, αλλά και για τις οικογένειες γενικώς, όμως η ζωή ήταν δύσκολη εκείνα τα χρόνια, τα οικονομικά στενά και οι επιλογές περιορισμένες. Θυμάμαι πως αυτό δεν μας ήταν ευχάριστο, αλλά σταθήκαμε τυχεροί γιατί όλοι οι συγκάτοικοί μας ήταν ή συγγενείς ή άνθρωποι εξαιρετικοί με τους οποίους δεθήκαμε πάρα πολύ. Όλα τα δωμάτια ήταν τεράστια. Μάλιστα στο σαλόνι ενός, που για ένα διάστημα ήταν άδειο, έκανα ποδήλατο γύρω γύρω. Περιέργως δεν υπήρχε τζάκι σε κανέναν όροφο. Δεν ξέρω γιατί, πιθανόν να είχαν γίνει μετατροπές στο εσωτερικό του σπιτιού πριν πάμε εμείς, πριν δηλαδή δοθούν οι χώροι του σε ενοικιαστές», μας λέει ο κ. Πολυχρονιάδης.

Θυμάται ακόμη πως στον πρώτο όροφο έμενε η οικογένεια του Νίκου Χατζηκωνσταντίνου, ο οποίος ήταν σοφέρ του Ηρακλή Μοσκώφ. Στο πίσω μέρος της αυλής υπήρχε γκαράζ, το οποίο φιλοξενούσε τα τρία πανάκριβα τότε αυτοκίνητά του (Oldsmobil, Humber και Ford). Στον ίδιο όροφο με την οικογένεια Πολυχρονιάδη έμενε ο πολύ γνωστός φωτογράφος της εποχής Μιχάλης Αχειλάς, με την κόρη του Καίτη. Οι αδερφοί Ευάγγελος και Μιχάλης Αχειλά είχαν στην περιοχή το ατελιέ τους με το όνομα "Φωτο Ντόρα", αλλά ο Μιχάλης ήταν κυρίως πλανόδιος φωτογράφος. Κάθε πρωί κουβαλούσε στην πλάτη το τρίποδο και πήγαινε στον Λευκό Πύργο που ήταν το στέκι του. Ο Ευάγγελος Αχειλάς γύρω στο 1957 μετακόμισε στην Αθήνα με τη γυναίκα του Ειρήνη κι άνοιξε φωτογραφείο στη Σταδίου δίπλα στον κινηματογράφο "Άστρον". Όταν το 1975 ήρθα κι εγώ στην Αθήνα υπήρχε ακόμα το μαγαζί του αν κι αυτός είχε πεθάνει. Ήταν εκεί η γυναίκα του και τα παιδιά του και τους επισκέφτηκα. Στον τελευταίο, πολύ ωραίο, όροφο με τα αετώματα της βίλας έμενε η οικογένεια του Φιλώτα Αγγελίδη».

Σύμφωνα με την περιγραφή του κ. Πολυχρονιάδη, υπήρχε ένα ανεξάρτητο κλιμακοστάσιο με σκάλα που οδηγούσε σε μια μικρή ταράτσα με επάλξεις όπως οι παλιοί πύργοι. Το χρώμα του κτηρίου ήταν σκούρο γκρι και γύρω απ' τα παράθυρα υπήρχαν κατακόκκινα κεραμίδια. Τα άλλα δύο σπίτια μετά τη Μπιζανίου επί της Βασ. Γεωργίου (τα δίδυμα) είχαν γίνει επίσης απ' τον Πιέρο Αριγκόνι. Στο πρώτο ήταν στο ισόγειο τα λουτρά Αγ.Τριάδος τού επιχειρηματία Κωτόπουλου και στο δεύτερο τα γραφεία της Βασιλικής Πρόνοιας. Και μετά από αυτά το ουζερί του Διαμαντή.
Μια επώδυνη αποχώρηση με το ακορντεόν αγκαλιά
Οι γονείς του Γιώργου Πολυχρονιάδη ήταν από την Αξιούπολη του Κιλκίς και ο πατέρας του εργαζόταν ως αντιπρόσωπος στην καπνοβιομηχανία Παπαστράτος. Η μητέρα μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη το 1949, προκειμένου τα παιδιά να σπουδάσουν και να έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής και ο πατέρας τούς επισκέπτονταν κάθε σαββατοκύριακο. Ο Γιώργος Πολυχρονιάδης γεννήθηκε το 1951 κι έζησε στη βίλα Αριγκόνι ως το 1964 όταν το σπίτι κατεδαφίστηκε.
«Σαν τώρα θυμάμαι όταν γινόταν οι προσχώσεις στην παραλία και όταν χτιζόταν το Μακεδονία Παλλάς τη δεκαετία του 1960. Παίζαμε εκεί και θαυμάζαμε το οικοδόμημα που σηκωνόταν, όροφος τον όροφο. Τη μέρα που φύγαμε από τη βίλα Αριγκόνι έκλαιγα πολύ. Όλοι κλαίγαμε, αλλά εγώ περισσότερο», αναφέρει ο κ. Πολυχρονιάδης, που, ήδη από μικρός, μέσα σε εκείνο το αρχοντόσπιτο έπαιζε κιθάρα με το σκουπόξυλο κι αργότερα, όταν η γιαγιά του του έκανε δώρο ένα ακορντεόν, άρχισε να μαθαίνει μόνος του μουσική. Αυτό το ακορντεόν κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του όταν απομακρύνονταν από το σπίτι της οδού Βασ. Γεωργίου -στον αριθμό 28 ήταν τότε- κι έφευγαν για την ίδια γειτονιά, αλλά για ένα άλλο διαμέρισμα.

Ήταν μάλιστα την ίδια χρονιά, το 1964, όταν είδε στον κινηματογράφο ένα ντοκιμαντέρ για τους Beatles και είπε πως θα γίνει μουσικός. Μάζεψε χρήματα κι αγόρασε μια παλιά, σκεβρωμένη κιθάρα, παρά την αντίθετη γνώμη του πατέρα του, που συνήθιζε να του λέει και μάλιστα θυμωμένα «Άπαπα, ούτε να το σκέφτεσαι, δεν θέλω ο γιος μου να πηγαίνει να παίζει σε πανηγύρια».
Αργότερα πούλησε το ποδήλατό του, έδωσε προκαταβολή για μια καινούργια κιθάρα, αλλά επειδή φοβόταν την αντίδραση του πατέρα του την έκρυβε στο σπίτι ενός φίλου του. Ύστερα ήρθαν οι Drops και οι Snowballs, συγκροτήματα με τα οποία εμφανιζόταν σε μικρά κλαμπάκια. Κάθε βράδυ, όταν επέστρεφε σπίτι, περνούσε από την παλιά γειτονιά, «κοίτα αυτό το τερατούργημα», μονολογούσε για την οικοδομή που ορθώθηκε στη θέση της βίλας Αριγκόνι. Το ίδιο λέει και σήμερα, «όλη η περιοχή είναι γεμάτη θεόρατες οικοδομές, δεν υπάρχει πια γειτονιά».

Το 1975, κι αφού έχει κλείσει τα 26 του χρόνια, ο Γιώργος Πολυχρονιάδης κατηφορίζει στην Αθήνα και το 1979 σαρώνει όλα τα βραβεία στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης με το «Αν ξανακατεβείς Χριστέ στη γη μας» σε στίχους της Σάσας Μανέτα και μουσική δική του. Τα βραβεία στίχου, σύνθεσης, ερμηνείας, ενορχήστρωσης και δημοφιλέστερου τραγουδιστή είναι δικά του. Η καριέρα του ακολούθησε μια ανοδική πορεία, αλλά η νοσταλγία του για τη Θεσσαλονίκη κι εκείνο το σπίτι, των πρώτων, ανέμελων χρόνων της ζωής του, δεν έφυγε μέχρι σήμερα.
«Κρατώ βαθιά μέσα μου πολύ όμορφες αναμνήσεις, αλλά πιστέψτε με, ακόμη και σήμερα, όταν ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη και περνώ από εκείνο το σημείο γυρίζω το κεφάλι και κοιτάω αλλού. Δεν ξέρω γιατί το κάνω, θέλω να πηγαίνω στην παλιά γειτονιά κι όταν φτάνω αποστρέφω το βλέμμα», λέει.
Το αίμα έτρεξε ποτάμι πριν πατήσει τη σκανδάλη...
Ο Πιέρο (κατ΄άλλους Πιέτρο) Αριγκόνι γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου 1856, στο Τορίνο της Ιταλίας, όπου και σπούδασε πολιτικός μηχανικός και αρχιτέκτονας στην Accademia di Belle Arti. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη προς τα τέλη του 1800 για να εργαστεί στη Βελγική Εταιρεία «Τροχιοδρόμου και Ηλεκτροφωτισμού Θεσσαλονίκης» που είχε την εκμετάλλευση του τραμ και αργότερα μεταπήδησε στη Γαλλική Compagnie Francaise des chemins de Fer: “Jonction-Salonique- Constantinople” και σχεδίασε τον πρώτο κορμό σιδηροδρομικών γραμμών και κτηρίων. Το 1911 κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στην Αγροτική Έκθεση του Τορίνο για τη μελέτη του για την οικογένεια Μοδιάνο, ενός πρότυπου αγροκτήματος στη Γέφυρα Θεσσαλονίκης, που θα αρδευόταν αποκλειστικά από τον Αξιό ποταμό.
Ο Αριγκόνι ταυτίζεται με κάποια από τα πιο εμβληματικά κτήρια και συγκροτήματα που υπάρχουν ακόμη στην πόλη και δη στη Βασ. Όλγας. Δικά του δημιουργήματα είναι τα Κτήρια Τροχιοδρόμων, η Βίλα Μιάνκα (σημερινή Δημοτική Πινακοθήκη), η Βίλα Καπαντζή (πρώην κτήριο του ΝΑΤΟ), το ιταλικό νοσοκομείο Βασίλισσα Μαργαρίτα (μετέπειτα Λοιμωδών στη Λαμπράκη), το Σιδηροδρομικό Μουσείο Θεσσαλονίκης στη Μοναστηρίου, το νοσοκομείο Χιρς (παλιό κτήριο Ιπποκράτειου Νοσοκομείου), το Μέγαρο Ασλανιάν (Βενιζέλου 14), η έπαυλη Γιακό Μοδιάνο στη Γέφυρα/Τόψιν (σήμερα Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων) κ.ά.

Ο θάνατός του καλύπτεται από ένα μυστήριο. Οι πηγές αναφέρουν πως δολοφονήθηκε στο σπίτι του στις 8 Φεβρουαρίου 1940, στη γωνία των οδών Βασ. Γεωργίου και Μπιζανίου, όταν μπήκαν ένοπλοι κλέφτες. Ο Αριγκόνι τούς αντιλήφθηκε και μόλις έπιασε το όπλο του για να πυροβολήσει εναντίον τους εκείνοι πρόλαβαν και του έριξαν πρώτοι, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσουν. Αργότερα από την αστυνομική έρευνα προέκυψε πως αυτός που πάτησε τη σκανδάλη ήταν ο επιστάτης του, ο οποίος συνελήφθη με τα κλοπιμαία. Μαζί του συνελήφθησαν και δύο συνεργοί του, οι οποίοι στο δικαστήριο αθωώθηκαν, ο δράστης ωστόσο καταδικάστηκε και εκτελέστηκε με απαγχονισμό. Λέγεται μάλιστα πως για την εξιχνίαση της δολοφονίας ενδιαφέρθηκε προσωπικά ο Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος και διέταξε την εκτέλεση του δράστη. Μετά από το έγκλημα, ο γιος του Πιέρο Αριγκόνι, Μάσιμο, ο οποίος ήταν μέτοχος στο αρχιτεκτονικό γραφείο αναχώρησε για την Ιταλία και δεν επέστρεψε ποτέ ξανά. Ο τάφος του Αριγκόνι βρίσκεται στο καθολικό κοιμητήριο, στη νοτιοδυτική πλευρά του συμμαχικού νεκροταφείου του Ζέιτενλικ.
*Οι φωτογραφίες προέρχονται από το οικογενειακό αρχείο του Γιώργου Πολυχρονιάδη