Σεπτέμβριος του 1948 εν μέσω του Εμφυλίου Πολέμου και το κλίμα στην Ελλάδα είναι νοσηρό. Η κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη, η πρώτη στη μεταπολεμική περίοδο που προέκυψε από τη συνεργασία δύο κομμάτων -του Λαϊκού Κόμματος του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη και του Κόμματος Φιλελευθέρων- επιχειρεί να ανασυστήσει τη χώρα που έχει βγει βαθιά λαβωμένη από τον πόλεμο. Ο Εμφύλιος σπαράσσει την Ελλάδα απ' άκρη σ' άκρη και το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι παράνομο.
Η ιστορία έχει σημασία στην ερμηνεία γεγονότων και ενεργειών και είναι αυτή που κατέγραψε εκείνη την εποχή την πρώτη αεροπειρατεία στη χώρα, που εσφαλμένα ώς σήμερα αναφέρεται από πολλούς ως η πρώτη στον κόσμο.

Το προφίλ των αεροπειρατών - Η προετοιμασία του εγχειρήματος
Κάπου στις αρχές Σεπτεμβρίου 1948 έξι αμούστακα παιδιά από τη Θεσσαλονίκη, προερχόμενα μάλιστα από αστικές οικογένειες της πόλης, κατεβαίνουν στην Αθήνα για να δώσουν εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Αποχαιρετούν τους δικούς τους με θέρμη, αλλά δεν μιλούν σε κανέναν για το μεγάλο μυστικό που κρύβουν. Ίσως μάλιστα και οι ίδιοι να μην το είχαν επεξεργαστεί καλά, ίσως και να μην πίστευαν στο παράτολμο εγχείρημα που σκέφτηκαν. Ήταν έξι νεαροί «κομμουνιστές», όπως απαξιωτικά τούς αποκάλεσε στη συνέχεια ο Τύπος της εποχής.
Κατέβηκαν στην Αθήνα αεροπορικώς, έμειναν σχεδόν όλοι σε ξενοδοχεία της πρωτεύουσας και είχαν κλείσει επίσης αεροπορικά εισιτήρια για την επιστροφή τους.
Οι αδερφοί Αλέκος και Λάμπης Κουφουδάκη, 21 και 23 ετών αντίστοιχα, αριστούχοι απόφοιτου του Κολεγίου Ανατόλια, έδωσαν εξετάσεις στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Αργότερα, προέκυψε ότι και οι δύο είχαν φάκελο στην ασφάλεια, ο μεν Αλέκος ως μέλος της Αντιφασιστικής Νεολαίας Βορείου Ελλάδος την περίοδο 1941-1943 κι αργότερα ως υπεύθυνος της ΕΠΟΝ Καμάρας, ενώ ο Λάμπης ήταν μέλος της ΕΠΟΝ και υπάλληλος του «κομουνιστικού βιβλιοπωλείου Λαϊκός Οίκος». Ο Αχιλλέας Κελτεμλίδης γεννήθηκε στην Τούμπα το 1929 και αποφοίτησε από το Δελασάλ, ενώ μιλούσε άπταιστα γαλλικά και τουρκικά. Στα 19 του χρόνια κατέβηκε στην Αθήνα για να δώσει εξετάσεις στο ΕΜΠ ή κατ΄ άλλους στην Ιατρική Σχολή. Ο Αντώνης Βογιάζος ήταν 18 χρόνων, είχε μόλις τελειώσει το σχολείο και πήγε να δώσει εξετάσεις στη Φαρμακευτική Σχολή, ενώ ο 17χρονος Γιώργος Κέλλας και ο 18χρονος Σπύρος Χελμιάδης έδωσαν επίσης για το Πολυτεχνείο.

Ποια μοίρα κοινή ένωσε αυτά τα τέσσερα παλληκάρια δεν είναι γνωστό. Ούτε υπάρχουν πληροφορίες αν γνωρίζονταν από τη Θεσσαλονίκη, αν έκαναν παρέα κι αν ετοίμασαν το σχέδιο της αεροπειρατείας από εδώ. Άλλωστε εκείνα τα χρόνια είχαν ως χαρακτηριστικό τη σιωπή... Μια συνωμοτική σιωπή που έκρινε όλους εν δυνάμει ύποπτους για προδοσία, είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά.
Αεροπειρατεία με έναν σουγιά και τρία μπουκάλια γκαζόζας
Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 1948. Οι έξι νεαροί άντρες έχουν βγάλει εισιτήριο, έχουν επιλέξει τις θέσεις 1,2,3,10,20,21 κι επιβιβάζονται στη DC3-Dacota της ΤΑΕ (Τεχνικές Αεροπορικές Εκμεταλλεύσεις ΑΕ) που αναχωρούσε από το αεροδρόμιο του Ελληνικού στις 13:35 για Θεσσαλονίκη, με 21 επιβάτες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων, Ιωάννης Αποστόλου.
Κυβερνήτης ήταν ο έμπειρος πρώην πιλότος της πολεμικής αεροπορίας Αθανάσιος Ηγουμενάκης, συγκυβερνήτης ο Χρήστος Κανδίας, ασυρματιστής ο Φοίβος Ξάνθος και «αεροθαλαμηπόλος», δηλαδή αεροσυνοδός, η Θάλεια Φρυδά.

Ο επιβάτης της θέσης 10 -δεν είναι γνωστός ποιος από τους έξι καθόταν εκεί- ήταν ανήσυχος από την αρχή της πτήσης. Δυσανασχετούσε με τη ζώνη του και ζήτησε από την αεροσυνοδό να τη λύσει. Κατά παρέκκλιση των κανόνων ασφάλειας εκείνη τού το επέτρεψε κι αργότερα όταν το αεροσκάφος έφτασε πάνω από τον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Εύβοιας και Σκύρου ζήτησε καφέ. Σηκώθηκε μάλιστα από τη θέση του και, λέγοντας πως είχε ταραχθεί, πήγε μαζί της στον χώρο όπου προετοιμαζόταν το ρόφημα. Όταν η αεροσυνοδός ήταν απασχολημένη με τον επιβάτη, οι άλλοι τέσσερις νεαροί εισέβαλαν στο πιλοτήριο κι ένας έμεινε στην καμπίνα.
Τα «όπλα» τους ήταν ένας σουγιάς, τρία μπουκάλια γκαζόζας γεμάτα με οξυζενέ για απολύμανση τραυμάτων και ένα χάρτινο κουτί, που αποδείχτηκε στο τέλος της επιχείρησης ότι περιείχε ψωμί και τυρί για το ταξίδι…
Αρχικά εξουδετέρωσαν τον ασυρματιστή, Φοίβο Ξάνθο, χτυπώντας τον με ένα μπουκάλι στο κεφάλι κι εκείνος έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα, πρόλαβε ωστόσο να ενημερώσει τον πύργο ελέγχου ότι υπήρχε αεροπειρατεία. Η εντολή που έλαβε ήταν να κατευθυνθεί το αεροπλάνο πάση θυσία στη Θεσσαλονίκη, αλλά υπό αυτές τις συνθήκες ήταν αδύνατον. Ο συγκυβερνήτης, Χρήστος Κανδίας, σηκώθηκε από τη θέση του κι επιχείρησε να τους αφοπλίσει.
Ακολούθησε συμπλοκή κι έπεσε κι αυτός κάτω από τα χτυπήματα. Η εντολή των νεαρών προς τον πιλότο ήταν «προς Βορράν». Ο Αλέκος Κουφουδάκης απειλούσε με έναν σουγιά τον κυβερνήτη Ηγουμενάκη, ο οποίος προσπάθησε να του τον αποσπάσει, αλλά όταν διαπίστωσε ότι το αεροσκάφος άρχισε να χάνει έδαφος επέστρεψε στο πηδάλιο. «Στη Γιουγκοσλαβία», φώναζαν οι νεαροί κι ο πιλότος πήρε κατεύθυνση προς τον βορρά. Την ίδια ώρα στην καμπίνα οι επιβάτες είχαν παγώσει. Παρέμεναν δεμένοι στις θέσεις τους -κατ΄εντολή των αεροπειρατών- με τα χέρια ψηλά.

Η Αθήνα σηκώνει πολεμικά αεροσκάφη - Ρηματική διακοίνωση στον Τίτο
Στην Αθήνα σήμανε συναγερμός και η πληροφορία που έφτασε έλεγε πως το αεροσκάφος καταλήφθηκε από στελέχη του ΚΚΕ και του Δημοκρατικού Στρατού που είχαν στόχο να εμβολίσουν στρατηγικές θέσεις. Ο πύργος ελέγχου παρακολουθούσε την πορεία του και από το αεροδρόμιο των Ιωαννίνων απογειώθηκαν μαχητικά αεροσκάφη τύπου Stipfire, τα οποία το ακολουθούσαν μέχρι που βγήκε από τον ελληνικό εναέριο χώρο.
Στις 15:50 της Κυριακής 12 Σεπτεμβρίου η Ντακότα προσγειώθηκε σε ένα πρόχειρο αεροδρόμιο στο Όφτσε Πόλε, 60 μίλια νοτιοανατολικά της πόλης των Σκοπίων. Οι έξι αεροπειρατές ζήτησαν συγγνώμη από το πλήρωμα για την ταλαιπωρία, ευχαρίστησαν τους επιβάτες για την κατανόηση, ευχήθηκαν «καλή επιστροφή» και βγήκαν έξω. Έτρεξαν και χάθηκαν στα χωράφια. Μετά από 45 λεπτά το αεροσκάφος απογειώθηκε και αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη.

Πριν ακόμη προσγειωθεί η Ντακότα ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, στέλνει ρηματική διακοίνωση στον πρόεδρο της Γιουγκοσλαβίας Τίτο, ζητώντας τη σύλληψη και την έκδοση στην Ελλάδα των αεροπειρατών. «Εάν η χώρα δεν τους παραδώσει θα αποδείξει ότι καλύπτει την πειρατική ενέργεια δια της ανοχής της αν όχι δια της άμεσης συμμετοχής της εις αυτήν», γράφει η διακοίνωση, ενώ ο υπουργός Αεροπορίας, Αναστάσιος Μπακάλμπασης, σε δηλώσεις του με οργισμένο ύφος κάλεσε τη γειτονική χώρα να αποδείξει ότι δεν έχει καμία ανάμειξη και καμία ευθύνη στο συμβάν κι ο υπουργός Βορείου Ελλάδος, Κωνσταντίνος Κορόζος, έκανε λόγο για έξι αναρχικούς που με την απειλή των όπλων κατέλαβαν το αεροπλάνο. Την επόμενη μέρα η εφημερίδα του Βελιγραδίου «Μπόρμπα» έγραψε πως οι έξι νέοι «εδραπέτευσαν από την Ελλάδα, λόγω της μοναρχοφασιστικής τρομοκρατίας».
Τα μέλη του πληρώματος ανακρίθηκαν, δικάστηκαν, προφυλακίστηκαν και τέθηκαν σε διαθεσιμότητα. Στην ανάκριση οδηγήθηκαν και 13 από τους επιβάτες, αλλά δεν προέκυψε κάτι σε βάρος τους και αφέθηκαν ελεύθεροι. Στη Θεσσαλονίκη συνελήφθησαν οι οικογένειες των αεροπειρατών, ανακρίθηκαν, δικάστηκαν και φυλακίστηκαν για έναν χρόνο στα κρατητήρια της Ασφάλειας. Οι έξι νεαροί δικάστηκαν ερήμην από το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης και καταδικάστηκαν σε θάνατο.

Το τρένο της μεγάλης φυγής για τους αεροπειρατές
Μετά τη διαφυγή τους οι έξι νεαροί μετέβησαν στον σιδηροδρομικό σταθμό των Σκοπίων και εκεί οι δρόμοι τους χώρισαν. Όλοι τους εντάχθηκαν στις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και έγιναν «ανθυπολοχαγοί πολιτικοί επίτροποι, για ανθραγαθία». Παρότι φαίνεται κάποιοι να επέστρεψαν για λίγο στην πατρίδα, έφυγαν και πάλι ως πολιτικοί πρόσφυγες στο εξωτερικό.
Οι αδερφοί Κουφουδάκη έφυγαν για την Τσεχοσλοβακία. Ο Λάμπης σπούδασε οικονομικά και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1978 όπου εργάστηκε σε μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση, ενώ ο Αλέκος διέγραψε μια σημαντική πορεία στον χώρο της επιστήμης. Στις αρχές του 1949, κι ενώ εγγράφηκε στη Σχολή Αξιωματικών στις Πρέσπες, τραυματίστηκε σε μάχη και μεταφέρθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας. Σπούδασε Χημεία στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου -ένα από τα αρχαιότερα της Κεντρικής Ευρώπης- και εκλέχθηκε γραμματέας της ΚΟΒ Πράγας. Το διδακτορικό του ήταν πάνω στην επίδραση του υδρογόνου στα μέταλλα και επτά επιστημονικές ευρεσιτεχνίες είναι δικές του. Επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1975 και επαναπατρίστηκε το 1978, για να πάρει τελικά την ελληνική ιθαγένεια το 1981. Εργάστηκε ως ανώτερο στέλεχος στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» μέχρι τη συνταξιοδότησή του και ήταν μάχιμο στέλεχος του ΚΚΕ με δυναμική παρουσία σε συνεδριάσεις, πορείες και σε επιστημονικές εκδηλώσεις, μέχρι τον θάνατό του τον Μάιο του 2006.
Ο Γιώργος Κέλλας έζησε στη Ρουμανία, όπου παντρεύτηκε και γύρισε στη Θεσσαλονίκη το 1985, ενώ ο Σπύρος Χελμιάδης σκοτώθηκε στη μάχη του υψώματος Μπίκοβικ κοντά στην Καστοριά, τον Νοέμβριο του 1948, μόλις τρεις μήνες μετά την αεροπειρατεία και σε ηλικία 18 χρόνων. Οι πληροφορίες αναφέρουν πως πριν φύγει για το μέτωπο ήρθε σε επαφή με την οικογένειά του και ο πατέρας του επιχείρησε να τον αποτρέψει από το να βγει στο βουνό. Μετά από αυτό η οικογένειά του αποστασιοποιήθηκε από την απόφασή του και δεν μίλησαν ποτέ ξανά για το θέμα. Η μητέρα του και η αδερφή του σκοτώθηκαν σε τροχαίο δυστύχημα το 1970.

Ο πιο γνωστός από την παρέα των έξι ήταν ο Αντώνης Βογιάζος, σκηνοθέτης του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, αλλά και μεταφραστής του Λένιν. Ο Βογιάζος γεννήθηκε το 1930 και μετά το συμβάν έφυγε για τη Μόσχα, όπου σπούδασε σκηνοθεσία στο Πανενωσιακό Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου με δάσκαλο τον σπουδαίο Σοβιετικό σκηνοθέτη, Μιχαήλ Ρομ. Το 1975 επέστρεψε στην Ελλάδα και ασχολήθηκε με τη μετάφραση ρωσικών λογοτεχνικών έργων, αλλά και του έργου του Λένιν και σκηνοθέτησε για την κρατική τηλεόραση γνωστές σειρές όπως «Ο φωτογράφος του χωριού», «Αργώ», «Οι ακροβάτες», πλήθος μαγνητοσκοπημένων θεατρικών παραστάσεων, καθώς και το ντοκιμαντέρ «Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης». Πέθανε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1992.
Αναζητώντας ακόμη τον Αχιλλέα Κελτεμλίδη
Ακόμη πιο λιγοστές είναι οι πληροφορίες για την τύχη του Αχιλλέα Κελτεμλίδη. Κάποιες από αυτές αναφέρουν πως έπεσε σε ενέδρα που έστησαν στην ομάδα του τον Ιούνιο του 1949 στην Τέρπυλλο του Κιλκίς και δεν επέστρεψε στη μονάδα του. Έτσι όλοι υπέθεσαν ότι σκοτώθηκε στη μάχη. Η οικογένειά του περίμενε χρόνια ολόκληρα κάποιο νέο του, η μητέρα του πέθανε με τον καημό αυτό, όπως και η μία αδερφή του, η οποία στα 16 της χρόνια πέρασε 11 μήνες στα κρατητήρια της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, καθώς κρίθηκε ένοχη, όπως και τα άλλα μέλη των οικογενειών τα έξι νεαρών, για την αεροπειρατεία.

Οι ανιψιές του Αχιλλέα Κελτεμλίδη, Αικατερίνη και Δωροθέα Παπαδοπούλου, δίνουν εδώ και χρόνια έναν μεγάλο αγώνα για να βρουν κάποιο ίχνος του.
«Αν ο θείος μου ζει, θα είναι σήμερα 94 χρόνων. Όλα αυτά τα χρόνια τον θεωρούσαμε νεκρό, αλλά μετά από πολύχρονες έρευνες μάθαμε ότι επέζησε, έφυγε στην Πολωνία και υπηρέτησε στην πολεμική αεροπορία της χώρας», αναφέρει στη Voria.gr η Αικατερίνη Παπαδοπούλου.
Η ίδια ταξίδεψε στη Βαρσοβία, αναζητώντας έγγραφα και μαρτυρίες, στις κρατικές υπηρεσίες και στους πολιτικούς πρόσφυγες. Η μητέρα της, που στα 16 της χρόνια έζησε διώξεις και φυλακίσεις, τον περίμενε μέχρι την τελευταία στιγμή, παρότι δεν ήθελε να μιλάει για εκείνον και να θυμάται όσα πέρασε.
Η Αικατερίνη Παπαδοπούλου απευθύνθηκε στα μέσα ενημέρωσης της Πολωνίας και μέσω αυτών αναζητούσε κάποια πληροφορία. Υπήρξαν μαρτυρίες ότι έζησε εκεί, ότι υπηρέτησε στις ένοπλες δυνάμεις, αλλά δεν βρήκε κάτι συγκεκριμένο που να την οδηγεί στα ίχνη του ή στα ίχνη κάποιων μελών τυχόν οικογένειας που απέκτησε, ή συναδέρφων, φίλων και συνεργατών του.
«Τον αναζητούμε ακόμη», μας λέει, παρότι όσο περνούν τα χρόνια οι ελπίδες για κάποιο νέο εξανεμίζονται.
...και μια σημαντική σημείωση για το τέλος
Η αεροπειρατεία της Ντακότα, που έγινε τον Σεπτέμβριο του 1948 ήταν η πρώτη στα ελληνικά χρονιά, όχι όμως και η πρώτη παγκοσμίως, όπως λανθασμένα, ακόμη και σήμερα, αναφέρεται.
Η πρώτη σε στρατιωτική αεροσκάφος καταγράφηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1931 στο Περού. Ο Αμερικανός πιλότος Byron Rickards πετούσε με ένα Ford Tri-motor από τη Λίμα στην Αρεκίπα και, μόλις προσγειώθηκε, ένοπλοι αντάρτες τον περικύκλωσαν και τον κράτησαν όμηρο για δέκα μέρες.
Όσο για την πρώτη αεροπειρατεία σε πολιτικό αεροσκάφος, αυτή συνέβη στις 25 Ιουλίου 1947 στη Ρουμανία, όταν τρεις αξιωματικοί του στρατού πήραν στα χέρια τους το πιλοτήριο μιας πτήσης της εταιρείας Tara που πετούσε από το Βουκουρέστι στην Κραϊόβα. Οι αεροπειρατές ζήτησαν από τους πιλότους να κατευθυνθούν στην Κωνσταντινούπολη και, όταν ο μηχανικός αντέδρασε, τον πυροβόλησαν εν ψυχρώ. Με την άφιξη του αεροσκάφους στην Κωνσταντινούπολη, οι τρεις αεροπειρατές συνελήφθησαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν, ενώ σε φυλάκιση 16 χρόνων και καταναγκαστικά έργα καταδικάστηκε και ο πιλότος της πτήσης, Vasile Ciobanu, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για προδοσία.
Ακόμη κι αν δεν είναι η πρώτη, η αεροπειρατεία των νεαρών Θεσσαλονικέων είναι από τις πρώτες διεθνώς και επιπλέον αποτελεί ένα από τα σημαντικά γεγονότα του Εμφυλίου Πολέμου και της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.