Οραματιστής, καινοτόμος, ρηξικέλευθος, ανθρωπιστής, αδιάφθορος, με υπερήφανο αυτοσεβασμό. Έτσι κατατάσσει η ιστορία τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, στον κατάλογο των πολιτικών εκείνων που άλλαξαν τη ρότα της, συμβάλλοντας στην αναγέννηση μιας σύγχρονης Ελλάδας.
Γεννημένος στις 8 Ιουλίου του 1876 στο Λεβίδι Αρκαδίας ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου έγινε πρωθυπουργός στις 12 Μαρτίου 1924 και στις 25 του ίδιου μήνα κήρυξε, με ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης, έκπτωτη τη δυναστεία των Γλίξμπουργκ, εγκαθιδρύοντας τη Δημοκρατία, την οποία ο λαός επικύρωσε με δημοψήφισμα στις 13 Απριλίου του ίδιου χρόνου με ποσοστό 69,95%.

Υπηρέτησε ως πρωθυπουργός της χώρας από το 1924 ως το 1932 και χαρακτηρίζεται ως ένα από τα φωτεινότερα μυαλά του δύσκολου 20ου αιώνα, ενώ συνέδεσε το όνομά του με τη Θεσσαλονίκη με δύο μεγάλες παρεμβάσεις που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της πόλης: ως υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου, την περίοδο 1917-1920 συνέβαλε στην ανοικοδόμηση της πόλης, που επλήγη από την καταστροφική πυρκαγιά του 1917 και ήταν αυτός που παραμονή της ανακήρυξης της Δημοκρατίας, τον Μάρτιο του 1924, εξήγγειλε την ίδρυση του δεύτερου πανεπιστημίου της χώρας, του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Αναγνωρίζοντας τη συμβολή του, η πόλη τον τίμησε δίνοντας το όνομά του σε έναν από τους μεγαλύτερους δρόμους, αυτόν που διασχίζει τη Χαριλάου, ενώ το ΑΠΘ έστησε το 1976 ανδριάντα στο κέντρο της πανεπιστημιούπολης, μπροστά από τη Νομική Σχολή. Το έργο φιλοτέχνησε ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες γλύπτες, ο αείμνηστος Γιάννης Παππάς - ο ανδριάντας του Ελευθέριου Βενιζέλου, όπως και εκείνος του Χαρίλαου Τρικούπη, αμφότεροι στο προαύλιο της Βουλής των Ελλήνων είναι επίσης δικά του έργα. Στον ανδριάντα ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου κρατά στο χέρι του το «Δημοκρατικό Μανιφέστο», που δημοσίευσαν τον Φεβρουάριο του 1922 οι Παπαναστασίου, Γ.Βηλαράς, Σπ.Θεοδωρόπουλος, Περ.Καραπάνος, Κ. Μελάς, Δ.Πάζης, Θρ.Πετιμεζάς, ασκώντας δριμεία κριτική στις φιλοβασιλικές κυβερνήσεις για την πολιτική τους στο Μικρασιατικό και εξαιτίας του συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε τριετή φυλάκιση. Αυτόκλητος συνήγορός τους ήταν ο νεαρός τότε δικηγόρος, Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος έκανε μια ιστορική αγόρευση στο δικαστήριο.
Ως προς το πολιτικό του στίγμα, σύμφωνα με τους ιστορικούς, ο ιδρυτής και αρχιτέκτονας της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν ενταγμένος στην αριστερά του δημοκρατικού φιλελεύθερου χώρου και θεωρείται ένας από τους κορυφαίους πολιτικούς άντρες του μεσοπόλεμου. Η επίδρασή του στην πολιτική και πνευματική ζωή της χώρας υπήρξε καταλυτική, ενώ αναφορικά με το γλωσσικό ζήτημα, ανήκε σταθερά στο κίνημα των δημοτικιστών.

Η Θεσσαλονίκη αναγεννιέται από τις στάχτες
Η πρώτη μεγάλη ευρωπαϊκού τύπου πολεοδομική παρέμβαση έγινε στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 20ου αιώνα μετά από ένα τραγικό γεγονός. Η μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου 1917 αποτέφρωσε το ιστορικό κέντρο της πόλης και ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέθεσε στον υπουργό Συγκοινωνιών, Αλέξανδρο Παπαναστασίου την ανοικοδόμηση της πόλης. Το τιτάνιο έργο ανέλαβε σε φέρει σε πέρας ο Γάλλος αρχιτέκτονας και πολεοδόμος, Ερνέστ Εμπράρ, ο οποίος βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη ως διευθυντής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας της Γαλλικής Στρατιάς. Στις 11 Αυγούστου 1917, μόλις έξι μέρες μετά τη φωτιά, σε σύσκεψη που έγινε υπό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου προτάθηκε η απαλλοτρίωση της καμένης περιοχής και η εκ νέου ρυμοτόμηση του ιστορικού κέντρου και της γύρω περιοχής.

«Στη Θεσσαλονίκη ερμηνεύσαμε τα ιδεώδη του Βενιζέλου, που συνέλαβε την ιδέα μιας ανακαινισμένης πόλης, η οποία θα είναι το λιμάνι, το εμπορικό και το βιομηχανικό κέντρο της Μακεδονίας και των παραπέρα περιοχών και, συγχρόνως, το πνευματικό και κοινωνικό τους κέντρο, με τα κτίσματα της περιφερειακής διοίκησης, το δικαστήριο, μιαν ελκυστική περιοχή κατοικίας και ένα σύγχρονο πανεπιστήμιο». Έτσι περιέγραψε το σχέδιο της ανοικοδόμησης ο Παπαναστασίου. Στην επιτροπή συμμετείχαν επίσης ο Άγγλος αρχιτέκτονας Τόμας Μόσον, οι πολιτικοί μηχανικοί Ζαν Πλεϊμπέρ και Άγγελος Γκίνης, οι αρχιτέκτονες Αριστοτέλης Ζάχος και Κωνσταντίνος Κιτσίκης και ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Αγγελάκης.

Το ΑΠΘ φάρος πνευματικής κληρονομιάς για τα Βαλκάνια
«Το Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης δεν ιδρύθη μόνον δια να προαγάγη εις την Ελλάδα την επιστημονικήν έρευναν και να εξαπλώση τα επιστημονικά φώτα ειδικώτερον εις την Βόρειο Ελλάδα, αλλά και δια να μας φέρη εις στενοτέραν πνευματικήν προσέγγισιν με τους Βαλκανικούς λαούς, να μεταδώση εις αυτούς τον ιδικόν μας πνευματικόν πολιτισμόν και να μεταγγίση εις ημάς τον ιδικόν τους».
Το όραμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου ήθελε ένα πανεπιστήμιο με έδρα τη Θεσσαλονίκη και διασπορά της επιστημονικής γνώσης και της πνευματικής παραγωγής στη γύρω Βαλκανική.
Ο ιδρυτικός νόμος του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ν. 3341/14-6-25) ψηφίστηκε στις 5 Ιουνίου 1925 από την τότε συντακτική συνέλευση έπειτα από πολλές και μακρές συζητήσεις και δημοσιεύθηκε στο φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της 22ας Ιουνίου 1925.
Από τις πρώτες ημέρες της ψήφισής του ο ιδρυτικός νόμος πέρασε από πολλές περιπέτειες και δοκιμασίες, που συνεχίστηκαν αδιάκοπα στα πρώτα χρόνια της εφαρμογής του λόγω της πολιτικής αναταραχής εκείνης της εποχής. Ωστόσο, το πανεπιστήμιο ξεκίνησε να λειτουργεί από το 1926 με πρώτο πρόεδρο τον Γεώργιο Xατζηδάκι και κατόπιν τον Χρίστο Tσούντα.

Τον πρώτο χρόνο, λειτούργησε η Φιλοσοφική Σχολή, που στεγάστηκε στο κτίριο «Aλλατίνι», στο Ντεπό και έναν χρόνο αργότερα αποφασίστηκε η μεταστέγασή της στο μέγαρο της οδού Εθνικής Aμύνης, όπου προηγουμένως στεγαζόταν το B΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Το κτίριο αυτό επισκευάσθηκε και λίγο αργότερα επεκτάθηκε με την προσθήκη και τρίτου ορόφου, εκεί που σήμερα είναι η παλιά Φιλοσοφική Σχολή.
Tο 1927 ξεκίνησε μαθήματα η Φυσικομαθηματική Σχολή με πρώτο της τμήμα το Τμήμα Δασολογίας, το 1929 η Σχολή Nομικών και Oικονομικών Eπιστημών, ενώ η Iατρική και η Θεολογική Σχολή, που προβλέπονταν από τον ιδρυτικό νόμο, λειτούργησαν πολύ αργότερα, το 1942. Mετά τον πόλεμο, το 1950-1951, ιδρύθηκε η Kτηνιατρική Σχολή και στη συνέχεια με χρονολογική σειρά τα Iνστιτούτα Ξένων Γλωσσών (1951), η Πολυτεχνική (1955) και η Oδοντιατρική (το 1959 ως τμήμα της Iατρικής και από το 1971 ως ανεξάρτητη σχολή).
Το 1983 λειτούργησε η Παιδαγωγική Σχολή και ακολούθησαν η Σχολή Kαλών Tεχνών (1984) και τα αυτοδύναμα τμήματα Eπιστήμης Φυσικής Aγωγής και Aθλητισμού (1983) και Δημοσιογραφίας και Mέσων Mαζικής Eπικοινωνίας (1991).
Κωνσταντίνος Παρθένης - Η φιλία και το χαμένο πορτρέτο
Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου εισήγαγε την πνευματική και κοινωνική ταυτότητα στην πολιτική ζωή και αποτέλεσε εγκαλλώπισμα του πολιτικού κόσμου, όπως ακριβώς την ίδια εποχή ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Παρθένης συνέβαλε στην αναγέννηση του έθνους μέσα από μια πνευματική και ιδεαλιστική τέχνη.
Οι δύο άντρες συνδέθηκαν με μακροχρόνια φιλία, άλλωστε μοιράζονταν τις ίδιες ιδέες για μια σύγχρονη Ελλάδα, όσο το δυνατόν πιο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Η αρχή της πολυετούς φιλίας τους τοποθετείται στην Κέρκυρα το 1917 και δοκιμάστηκε σε δύσκολες, πολιτικά, στιγμές. Ύστερα από τη Δίκη της Λαμίας (1922) και τη φυλάκιση του Παπαναστασίου, ο Παρθένης τον επισκέφθηκε στη φυλακή και στον τοίχο του κελιού του σχεδίασε τη μορφή της Δημοκρατίας μέσα σε ένα κεφαλαίο Δ. Ο εισαγγελέας διέταξε να σβηστεί αμέσως, αλλά αυτό το σχέδιο έγινε αργότερα το σύμβολο της Δημοκρατικής Ενώσεως, του κόμματος που ίδρυσε ο Παπαναστασίου.

Σπουδασμένοι στα καλύτερα πανεπιστήμια του εξωτερικού -στη Χαϊδελβέργη και το Βερολίνο ο Παπαναστασίου, στη Βιέννη και στο Παρίσι ο Παρθένης- υπέρμαχοι της ελληνικότητας σε όλο της το μεγαλείο, οι δύο άντρες αντάλλασσαν απόψεις για το μέλλον της χώρας και την πνευματική της ανάταση. Ο Παρθένης θεωρείται από τους ιστορικούς της τέχνης ως ο πατέρας του μοντερνισμού και της ζωγραφικής στην Ελλάδα του 20ου αιώνα.
Την περίοδο 1923-1924 ο Κωνσταντίνος Παρθένης φιλοτέχνησε την προσωπογραφία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, ένα από τα πρώτα του πορτρέτα, που είναι ελαιογραφία σε καμβά 70Χ60 εκ. Ο ίδιος ο Παπαναστασίου πρόσθεσε πάνω στο έργο ιδιόγραφα μια φράση από το Δημοκρατικό Μανιφέστο: «Η Ελλάς δεν είνε βασιλικόν τιμάριον / Είνε δημιούργημα του πνεύματος, των μόχθων και των αγώνων των τέκνων της και δεν / ημπορεί να γίνη ανεκτόν να θυσιασθή και το ελάχιστον τμήμα της χάριν / βασιλικών συμφερόντων».

Το πορτρέτο αυτό, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιοθήκης του Παπαναστασίου δωρίθηκε το 1966 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και αποτελεί ένα από τα παλαιότερα της συλλογής πορτρέτων που διαθέτει. Στη διάρκεια της Χούντας το έργο εξαφανίστηκε και για χρόνια ήταν καταλογραφημένο μεν, άφαντο δε. Βρέθηκε το 1982, στο κτήριο της Παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής, στη διάρκεια εργασιών αναστήλωσης μετά από τον φονικό σεισμό του Ιουνίου 1978.
Το μουσείο στο Λεβίδι
Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου πέθανε στην Εκάλη στις 17 Νοεμβρίου 1936 σε ηλικία μόλις 60 χρόνων και η κηδεία του έγινε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών μετά από πάνδημο λαϊκό προσκύνημα.

Η γενέτειρά του, το Λεβίδι, τιμά τη μνήμη του και την συνεισφορά του στην πολιτική και πνευματική ζωή της χώρας, φιλοξενώντας το μουσείο που ιστορεί το βίο και τις ιδέες του πρωτοπόρου πολιτικού.

Στις προθήκες του μουσείου εκτίθενται σπάνιοι τόμοι από τη βιβλιοθήκη του, τα επιστημονικά του συγγράμματα, μεγάλο μέρος της επιστολογραφίας του, λόγοι και άρθρα.

Υπάρχουν επίσης σπάνιες προσωπικές και οικογενειακές φωτογραφίες, αποτυπωμένες στιγμές από τη στρατιωτική του ζωή και μια συλλογή από προσωπικά αντικείμενα: η ομπρέλα του, ένα σακάκι, το κομπολόι του. Μικρά, σκόρπια, ίχνη ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να χαθεί και που οπωσδήποτε έχει αφήσει λίγο από τον μεγάλο του εαυτό σε τούτα τα ασήμαντα φαινομενικά αντικείμενα.
* Οι φωτογραφίες προέρχονται από το Μουσείου Αλέξανδρου Παπαναστασίου στο Λεβίδι Αρκαδίας