Ο Σεΐχ Ομέρ, από το δερβίσικο τάγμα Σαζιλή, ήταν ένας ζωηρός, στα όρια του απείθαρχου, νέος και κάτι τέτοια δεν τα σήκωνε η αυστηρή οργάνωση και η πειθαρχία της ομάδας, έτσι τον εκδίωξαν κάπου στα 1258. Εξόριστος ο Ομέρ περιπλανήθηκε στην Αραβία, όπου έκανε περισυλλογή και αναζητούσε τρόπους να επιστρέψει ως δερβίσης στο τάγμα. Στα περίχωρα της πόλης Μόκα (κρατάμε τη λέξη αυτή) ή Μούχα της Υεμένης, στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας εντόπισε ένα χαμηλό δέντρο και γεύτηκε για πρώτη φορά τους καρπούς του. Ήταν στυφοί, μα νόστιμοι και περιέργως του έδωσαν μια ένταση και μια εγρήγορση. Αργότερα, σκέφτηκε να τους βράσει και το αφέψημα, επίσης του άρεσε πολύ. Όταν η ποινή του έληξε και ο Ομέρ επέστρεψε στους δερβίσηδες, τους μίλησε για αυτό που έπινε και καθώς είχε αρκετούς κόκκους μαζί του, τους έδωσε να δοκιμάσουν. Το αχνιστό ρόφημα ήταν μυρωδάτο, εύγευστο κι έδινε μια ευφορία στα μέλη της ομάδας. Κι έτσι η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη την Υεμένη, από εκεί στην Περσία, την Αίγυπτο, τη Συρία....
Αυτή σύμφωνα με έναν Οθωμανό ιστορικό που έφερε το όνομα, Αχμέτ Εφέντης, είναι η ιστορία της γέννησης του καφέ ή μόκα. Ψήγματα αλήθειας σίγουρα υπάρχουν, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πως έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα. Στα 1555 δύο νεαροί από τη Συρία έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, άνοιξαν από ένα καφενείο στη συνοικία Ταχτά Καλέ κι είχαν ως πελάτες μπέηδες, ανώτερους στρατιωτικούς και Ουλεμάδες. Οι τελευταίοι μάλιστα παρότι απολάμβαναν τον καφέ τους, στις δημόσιες συζητήσεις τον... αποκήρυτταν, χαρακτηρίζοντάς τον ποτό απαγορευμένο από το κοράνι. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να εκδώσουν μέχρι και φετφά (γνωμοδότηση μουφτή), σύμφωνα με τον οποίο «κάθε τρόφιμο που για να χρησιμοποιηθεί καταστρέφεται προηγουμένως από τη φωτιά και καταλήγει σε κατάσταση απανθράκωσης, γίνεται απαγορευμένο και επομένως η χρήση του αντίκειται στο πνεύμα του Ισλαμισμού». Ευτυχώς -για όλους μας- ο φετφάς δεν μετατράπηκε σε διάταγμα του Σουλτάνου και ο καφές συνέχισε την ιστορική και αρωματική του πορεία.

Θεσσαλονίκη: Καφές, τσιμπούκι και θέα θάλασσα - Εκεί που ρεμπελεύουν οι αγάδες
Από την Ανατολή, ο καφές έφτασε στη Δύση, φυσικά και στη Θεσσαλονίκη κι είναι εντυπωσιακό πως ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί, αυτός ο «ταξιδιώτης του κόσμου» που γύρισε όλη την Ελλάδα και πρόσφερε μια πλήρη χαρτογράφηση, στα 1668 όταν και βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη μέτρησε 348 καφενεία μόνο στην περιοχή του Βαρδάρη. Μουσικοί, μίμοι, τραγουδιστές, γελωτοποιοί, κομψευόμενοι, ποιητές και στοχαστές απολάμβαναν έναν καφέ στη χόβολη και συζητούσαν περί τέχνης και άλλων σοβαρών και μη θεμάτων.
«Πολύ αργότερα, τον 19ο αιώνα, υπήρχαν στις γειτονιές της απάνω πόλης καφενεδάκια, στα οποία ρεμπέλευαν οι αγάδες πίνοντας τον καφέ τους, καπνίζοντας το τσιμπούκι τους και αγναντεύοντας τη θάλασσα», έγραψε ο Κώστας Τομανάς στο βιβλίο του «Τα καφενεία της παλιάς Θεσσαλονίκης».

Ένα μικρό κτίσμα με πέτρινους τοίχους και ξύλινη στέγη ήταν το καφενείο της εποχής. Ξύλινα τραπέζια και ψάθινες καρέκλες, όχι πάντα σε πλήρη ομοιομορφία, ένα ούτι ή σαντούρι συνόδευε τις παρέες και οι κουβέντες περιστρέφονταν γύρω από την πολιτική και την καθημερινότητα. Για την οικονομία, τα αθλητικά και το gossip ούτε λόγος. Και οι παρέες αυστηρά ανδρικές. Οι γυναίκες δεν έμπαιναν μέσα κι όταν περνούσαν απέξω γύριζαν αλλού το κεφάλι. Μόνο όσες γύρευαν τον ξεχασιάρη σύζυγο έφταναν ως την αυλή και ζητούσαν βοήθεια.
Ο καπνός του ναργιλέ και του τσιγάρου έπνιγε την ατμόσφαιρα κι έκρυβε τα πρόσωπα, το καλοκαίρι μόνο ανάσαιναν οι θαμώνες όταν τα τραπεζάκια στήνονταν κάτω από τις συκιές ή τις ακακίες.

Με τη χαρακτηριστική κάπα και το φέσι οι άντρες επιδίδονταν στο τάβλι, φωνάζοντας «ντουμπλέτες» κάθε φορά που το ζάρι έφερνε διπλές. Το κέρασμα του ηττημένου ήταν ένας καφέ ή ένα γυάλινο ποτήρι μαύρο τσάι ή αριάνι, αλλά το καφενείο σέρβιρε και σερμπέτια, με βάση το ροδόνερο και τη βανίλια. Στο επίσης γυάλινο πιατάκι υπήρχε ένα λουκούμι και στα ταψιά που ήταν πάνω στον πάγκο, μπακλαβάς, κανταΐφι ή σαραγλί. Ο καφετζής με την άσπρη ή γκρι ποδιά σέρβιρε επίσης γλυκό του κουταλιού κυδώνι και χαλβά με σιμιγδάλι ή τον άλλον, του μπακάλη. Το ούζο ή το τσίπουρο συνοδεύονταν από ελιές ή στραγάλια. Οι μεζέδες μπήκαν αργότερα.

Η Μπάρα του πληρωμένου έρωτα και το καφενείο Καφαντάρη
Ο Βαρδάρης με τα 348 καφενεία ήταν μια περιοχή που συγκέντρωνε μεγάλο αριθμό αντρών. Εκεί, ανάμεσα στα φτηνά πανδοχεία, τα χάνια και τα κακόφημα καπηλεία, ανδρώθηκαν πολλά αμούστακα αγόρια. Η συνοικία Μπάρα, που πήρε το όνομά της από ένα μικρό έλος της Κουλακιάς (σημερινή Χαλάστρα), τα μολυσμένα νερά του οποίου έφεραν την ελονοσία στην πόλη, ήταν γνωστή για τα σπίτια με τα κόκκινα φώτα.
«Η Μπάρα υπήρξε η μέγιστη πορνοσύναξη της νεότερης Ελλάδας και το μοντέλο της εθιμοταξίας της Μπάρας δέον να αναζητηθεί στο Ισταμπούλ», σημειώνει ο Ηλίας Πετρόπουλος, που γνώρισε την «μπουρδελοπολιτεία», όπως την ονομάζει στην τελευταία της ακμή, στα χρόνια του Εμφυλίου ως την εξαφάνισή της στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Το απόσπασμα διασώζει ο δημοσιογράφος, Χρίστος Ζαφείρης, στο βιβλίο του «Ο Έρως σκέπει την πόλη».

Στην Μπάρα άρχισαν να φυτρώνουν ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα καφενεία, που διατηρούσαν τον παλιό, παραδοσιακό χαρακτήρα. Ξύλινα τραπέζια, καφές βαρύς, τσιγάρα, τάβλι και άντρες που έφταναν ως εκεί άλλοι για να πιουν ένα τσίπουρο και να χαζέψουν την κίνηση, άλλοι γιατί ήταν έτοιμοι για καβγά κι άλλοι διψούσαν για έρωτα. Τα κορίτσια ήταν στα σπίτια και τους περίμεναν και οι καφετζήδες βρήκαν μια καλή πελατεία που άφηνε παράδες.
Το πιο γνωστό από τα καφενεία της Μπάρας, στην αρχή της οδού Αγίου Δημητρίου, ήταν του Καφαντάρη, που πήρε το όνομά του από τον διαβόητο για την εποχή του μπράβο, λαθρέμπορα, αγαπητικό του υποκόσμου. To καφενείο Καφαντάρη χτίστηκε το 1917 από τον πολιτικό μηχανικό Ωραιόπουλο, στη γωνία Αρκαδιουπόλεως και Αγίου Δημητρίου, «εκτός των δυτικών τειχών» και ήταν από τα πιο ιστορικά της πόλης. Ο ιδιοκτήτης του, χωρίς να είναι γνωστές περισσότερες πληροφορίες για τον βίο και την πολιτεία του, φέρεται να ήταν... προστάτης των κοριτσιών της Μπάρας... λαμβάνοντας φυσικά το ανάλογο αντάλλαγμα. Επιπλέον φέρεται να ήταν χωμένος σε λογής παρανομίες της μέρας και της νύχτας. Το κοντραμπάντο ήταν η κύρια ασχολία του. Οι ιστορίες της περιοχής τού αποδίδουν χαρακτηρισμούς όπως λαθρέμπορας, μαυραγορίτης, χαφιές της ασφάλειας, αρχηγός συμμοριών και άλλα. Το μυστήριο που κάλυπτε τη ζωή του, τον ακολούθησε και στον θάνατό του, καθώς άλλοι υποστηρίζουν πως σκοτώθηκε από το ΕΑΜ, άλλοι πως τον μαχαίρωσαν αντίπαλες συμμορίες έξω από το καφενείο του κι άλλοι πως πέθανε σε βαθιά γεράματα, απόμαχος της ζωής και της παρανομίας. Λέγεται πως έστησε το καφενείο για να μπορεί να ελέγχει τα...κορίτσια του, αλλά και να κρύβει εκεί παράνομα εμπορεύματα και συνεργάτες του. Έτσι εξηγείται και η θρυλούμενη στοά, πίσω από έναν τοίχο, η οποία κατέληγε σε ένα μικρό δωμάτιο.

Η Αφροδίτη Διαμαντακίδη θυμάται
Το καφενείο Καφαντάρη λειτουργούσε με την ίδια επωνυμία και το ίδιο στυλ μέχρι το 2019, ενώ σήμερα στεγάζει γνωστή αλυσίδα καφέ, η οποία έχει διατηρήσει δίπλα στο όνομά της και το «Καφαντάρη».
Στην πορεία των χρόνων άλλαξε αρκετούς ιδιοκτήτες, αλλά τα τελευταία 70 χρόνια το διαχειριζόταν η οικογένεια Διαμαντακίδη. Ο Καριοφύλης Διαμαντακίδης ήρθε στη Θεσσαλονίκη από τον Μικρόκαμπο του Κιλκίς πριν από 70 και βάλε χρόνια και πήρε το καφενείο. Ο ίδιος και η γυναίκα του, Αφροδίτη δούλευαν από τις 5 το πρωί ως αργά το βράδυ εξυπηρετώντας τους ταξιτζήδες της διπλανής πιάτσας και τους εργάτες των οικοδομών.
«Τα πρώτα χρόνια σύχναζαν πολλοί Τούρκοι που είχαν μείνει στην πόλη, αλλά και Τούρκοι που ερχόταν από την πατρίδα τους. Ήταν το στέκι τους. Είχαν ακούσει για το καφενείο Καφαντάρη κι όταν ερχόταν στη Θεσσαλονίκη περνούσαν απαραίτητα για τον καφέ τους», θυμάται για τη Voria, από τις διηγήσεις του παππού της, η Αφροδίτη Διαμαντακίδη, που το είχε μαζί με τα αδέρφια της ως το 2019.
Η γιαγιά Αφροδίτη τηγάνιζε ψάρια κι έκοβε σαλάτα, αφού αυτοί ήταν οι μεζέδες για το τσίπουρο των εργατών. «Τα πρώτα χρόνια ο παππούς μου έψηνε πάνω από 300 καφέδες την ημέρα, είχε μεγάλη κίνηση το καφενείο», σημειώνει η κ. Διαμαντακίδη. Αργότερα το πήρε και το δούλευε ο πατέρας της, Δημήτρης κι όταν το 1997 έφυγε από τη ζωή, συνέχισαν τη λειτουργία του η ίδια και τα αδέρφια της, Καριοφύλης και Βαγγέλης. Μέχρι το 2019, όταν και πλέον δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα και αναγκάστηκαν να το κλείσουν.
«Διατηρήσαμε το ίδιο στυλ που είχε από την αρχή, ήταν ένα απλό καφενείο με ξύλινες καρέκλες και μαρμάρινα τραπέζια, με καφέ, χαρτιά, τάβλι και τηλεόραση για αγώνες. Σερβίραμε τα βασικά, καθώς δεν μπορούσαμε να πάρουμε άδεια για να στήσουμε κουζίνα. Η γειτονιά μάς στήριξε πολύ, ενώ μέχρι το τέλος ερχόταν Τούρκοι τουρίστες και έψαχναν για σημεία που είχαν ακούσει από τους δικούς τους ή για πρόσωπα», αναφέρει η κ. Διαμαντακίδη στη Voria.

Το καφενείο Καφαντάρη τρύπωσε «Στου αιώνα την παράγκα»
Μοχλό κοινωνικού μετασχηματισμού και τόπο αλληλεπίδρασης των ανθρώπων, χαρακτηρίζουν τα καφενεία οι κοινωνιολόγοι. Δεν ήταν πάντα έτσι και δεν ήταν τέτοιοι χώροι τον 19ο και στις απαρχές του 20ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη. Και σίγουρα δεν ταιριάζει ο χαρακτηρισμός στο καφενείο Καφαντάρη. Το περιέγραψαν ο Ηλίας Πετρόπουλος και ο Χρίστος Ζαφείρης, αλλά και πολλοί θρύλοι και ιστορίες κρυμμένες στο σκοτάδι και την κάπνα των φτηνών τσιγάρων. Το έζησαν από κοντά τα κορίτσια της Μπάρας που λοξοκοιτούσαν προς την Αγίου Δημητρίου, αναζητώντας πελάτες μιας ώρας. Και το ύμνησε ο σπουδαίος Θεσσαλονικιός ζωγράφος και λογοτέχνης, ο Κώστας Λαχάς. Τους στίχους του έντυσε μουσικά ο Θάνος Μικρούτσικος και αποθέωσε ερμηνευτικά ο Δημήτρης Μητροπάνος.
Στην πλατεία του Αγίου Βαρδαρίου
Σαν αρχαία τραγωδία οι φαντάροι
Περιμένουν Λαγκαδά, Μοναστηρίου
Κι ανεβαίνουνε μετά για καφαντάρη
Το τραγούδι «Ο Άγγελος» βρίσκεται στον δίσκο «Στου αιώνα την παράγκα» που κυκλοφόρησε το 1996
* Οι φωτογραφίες από παλιά καφανεία της Θεσσαλονίκης προέρχονται από το Κέντρο Ιστορίας του δήμου Θεσσαλονίκης και την ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης»