Η μοίρα κάποιων ανθρώπων είναι ταυτισμένη με την επιτυχία. Αυτό που έλεγαν οι παλιοί «πιάνει χώμα και γίνεται χρυσάφι». Μια ζωή μες στο χρυσάφι -κυριολεκτικά και μεταφορικά- πέρασε ένας σπουδαίος Έλληνας ευπατρίδης, που, αν και δεν έζησε στη Θεσσαλονίκη, η πόλη τού χρωστά το ότι της σύστησε το ψυγείο και η Χαριλάου ότι της έδωσε το όνομά του.
Ο Επαμεινώνδας Χαρίλαος, που θεωρείται από τους θεμελιωτές της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, ήταν ένας άνθρωπος διορατικός. Κι αυτό φάνηκε από τα πρώτα του βήματα, όταν 17 χρόνων ξεκίνησε να δουλεύει στην Τράπεζα Βιομηχανικής Πίστεως της Ελλάδος και παράλληλα να σπουδάζει στη Νομική Αθηνών.

Γεννήθηκε στο Γαλάζιον (Γαλάτσι) της Ρουμανίας το 1874 και ήταν γιος του Πέτρου Χαρίλαου και της Πολυξένης Λαγουδάκη και η οικογένειά του μετοίκησε στην Αθήνα το 1879. Ο πατέρας του ήταν επιχειρηματίας, όμως στο μεγάλο κραχ του Χρηματιστηρίου το 1889 πτώχευσε. Αλλά ο Επαμεινώνδας κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές του στη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο. Παντρεύτηκε την Αντιόπη Κοσμά-Πασά και απέκτησε έναν γιο, τον Νικόλαο Χαρίλαο.
Η πρώτη του επιχειρηματική δραστηριότητα ήταν στις αρχές του 1900 με τον άντρα της αδερφής του, Νικόλαο Κανελλόπουλο -μετέπειτα ιδρυτή της τσιμεντοβιομηχανίας ΤΙΤΑΝ-, με τον οποίον ίδρυσαν μια σαπωνοποιία και ένα ελαιουργείο, κι αργότερα συνεταιρίστηκε με μερικούς από τους πιο σημαντικούς επιχειρηματίες της εποχής του για την «Οινοποιητική και Οινοπνευματική Εταιρείαν Ε. Χαρίλαος και Σια».
Ο Χαρίλαος πατάει πόδι στη Θεσσαλονίκη
Αρχές του 20ού αιώνα σε μια ταραγμένη σε όλα τα επίπεδα Ελλάδα ο άριστος γνώστης των οικονομικών και της ιστορίας, Επαμεινώνδας Χαρίλαος, διέβλεψε πως η Θεσσαλονίκη θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο μέλλον, όταν θα ηρεμήσει η κατάσταση στο Μακεδονικό Μέτωπο.
Μελετώντας καλά το οικονομικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας, διαπίστωσε πως οι σύμμαχοι είχαν σοβαρό πρόβλημα με τη μεταφορά του κρέατος, το οποίο τότε ερχόταν από την Αργεντινή. Κι έτσι πήρε το 1918 την εταιρεία των συμμάχων Entrepot Frigorifique και τη μετέτρεψε σε «Ψυγεία Θεσσαλονίκης Επαμεινώνδας Χαρίλαος Α.Ε.». Οι Άγγλοι είχαν επινοήσει ένα σύστημα μεταφοράς κρέατος από την Αργεντινή με βαγόνια-ψυγεία, το οποίο λειτουργούσε με υγρή αμμωνία που ψυχόταν, φτάνοντας τη θερμοκρασία μέσα σε αυτά τα βαγόνια στους -15°C.

Σύμφωνα με την έρευνα που έκαναν δύο Θεσσαλονικείς, ο χημικός-μηχανικός Ανδρέας Θ. Δεληγιάννης και ο αείμνηστος σιδηροδρομικός και ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου «Φίλοι του Σιδηρόδρομου Θεσσαλονίκης», Δημήτρης Ι. Παπαδημητρίου, καθημερινά έφταναν στη Θεσσαλονίκη το 1917 300.000 μερίδες κρέατος για τις ανάγκες των Άγγλων και των Γάλλων.
«Το 1917 επί αρχιστρατηγίας Γκιγιωμά η γαλλική στρατιωτική διοίκηση κατασκευάζει μόνιμη εγκατάσταση ψυγείων για τις ανάγκες του Μακεδονικού Μετώπου. Το στρατιωτικό ψυγείο ήταν στη βάση του Μπεχ-Τσινάρ, στις παρυφές της πόλης (σ.σ. στην περιοχή όπου σήμερα είναι οι εγκαταστάσεις του λιμανιού), προκειμένου να υπάρχει απευθείας σύνδεση με το σιδηροδρομικό δίκτυο», αναφέρουν οι ερευνητές.

Οι διαδικασίες εξαγοράς αυτού του χώρου κράτησαν δύο χρόνια και το συμβόλαιο υπογράφηκε στις 28 Απριλίου 1920. Η έρευνα των Δεληγιάννη-Παπαδημητρίου έδειξε πως οι σύμμαχοι κράτησαν με ενοίκιο τρεις ψυκτικούς θαλάμους για τις ανάγκες του στρατού, ενώ άλλοι πέντε κάλυπταν τον ελληνικό στρατό. Η εταιρεία παρήγαγε πολύ μεγάλες ποσότητες πάγου και τροφοδοτούσε με αυτές τη Θεσσαλονίκη και όχι μόνο.
«Η διάθεση του πάγου στην κατανάλωση γινόταν με χειράμαξες ή με αραμπάδες. Το μέτρημα της κολόνας του πάγου σε τέταρτα (μια παλάμη και τέσσερα δάχτυλα), καβγάς για την αγορά της κεφαλής του πάγου που ήταν φαρδύτερο κομμάτι από αυτό της ουράς, το πιάσιμο με κομμάτι σαμπρέλας κι αργότερα με λαβίδα, η αρχή του κοψίματος με το πριόνι ή το σπάσιμο με λοστό είναι για τους Θεσσαλονικείς πλέον μνήμες και μάλιστα μακρινές», σημειώνεται στην έρευνα.

Το 1957 οι εγκαταστάσεις επεκτάθηκαν σε διπλανό κτίσμα, όπου και δημιουργήθηκε ένα παγοποιείο με κομπρεσέρ, το οποίο παρήγαγε 1.000.000 παγοκολόνες τον χρόνο, ενώ αργότερα ήρθαν στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα μικρά, ηλεκτρικά, οικιακά ψυγεία, σε αρκετά προσιτές τιμές. Ο Χαρίλαος ήταν από τους πρώτους εισαγωγείς και η ιστορία τον δικαίωσε για άλλη μια φορά.

Ο Επαμεινώνδας Χαρίλαος ζούσε περιστασιακά στη Θεσσαλονίκη, στην αρχή της επιχειρηματικής του δραστηριότητας περισσότερο, αργότερα πιο αραιά. Είναι χαρακτηριστικό το πάθος με το οποίο ριχνόταν σε κάθε του εγχείρημα. Όταν ίδρυσε την «Οινοποιητική και Οινοπνευματική Εταιρείαν Ε. Χαρίλαος και Σία», στην Ελευσίνα, αρχές του 1900, έμενε για πέντε ολόκληρα χρόνια μέσα στο εργοστάσιο, όπου εκπαίδευε τους εργάτες και σε κάποιους μάλιστα μάθαινε να γράφουν και να διαβάζουν, αφού θεωρούσε πως όλοι έπρεπε να έχουν βασικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης. Πιθανόν κάτι τέτοιο να συνέβη και στη Θεσσαλονίκη, καθώς φαίνεται να γνώρισε πολύ γρήγορα την πόλη, το επιχειρηματικό δυναμικό της, τις περιοχές και τους ανθρώπους της.

Και εγένετο Χαριλάου - Οι οικισμός αστών και ευγενών
Στις πρώτες του επισκέψεις στη Θεσσαλονίκη, κι ενώ ακόμη δεν είχε κλείσει η συμφωνία με τους Άγγλους για την αγορά των εγκαταστάσεων-ψυγείων, ο Χαρίλαος έβαλε στο μάτι μια τεράστια έκταση στα ανατολικά, από την Πυλαία μέχρι το Ντεπώ. Το 1919, μαζί με άλλους επιχειρηματίες της πόλης, δημιούργησε την «Οικοδομική Εταιρεία Θεσσαλονίκης», η οποία απέκτησε την έκταση αυτή από τους Αγγλογάλλους. Εντός της υπήρχαν νοσοκομειακές εγκαταστάσεις και κτίσματα στρατοπέδων και σχεδόν αμέσως ξεκίνησε η οικοδόμηση κατοικιών. Και εγένετο ο συνοικισμός «Χαριλάου». Ο Επαμεινώνδας Χαρίλαος ένιωθε ιδιαίτερα υπερήφανος γι΄ αυτό του το επιχειρηματικό βήμα. Η έκταση ρυμοτομήθηκε και το 1920 κατασκευάστηκαν και διατέθηκαν οι πρώτες 160 ισόγειες κατοικίες γύρω από το παλιό στρατιωτικό γαλλικό νοσοκομείο. Τα σπίτια της συνοικίας Χαριλάου πουλήθηκαν κυρίως σε άστεγους Θεσσαλονικείς, αλλά και σε Ρώσους εμιγκρέδες, διωγμένους αστούς, πρίγκιπες και αξιωματικούς του τσαρικού στρατού από την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, οι οποίοι δημιούργησαν μια δυναμική παροικία στον νέο συνοικισμό με έντονο ρωσικό χρώμα. Τα επόμενα χρόνια ο συνοικισμός επεκτάθηκε, τα σπίτια έφτασαν τα 400, δημιουργήθηκαν πάρκα και πλατείες, δρόμοι και υποδομές, ενώ σε σχέση με άλλους προσφυγικούς οικισμούς διέθετε καλής ποιότητας παροχές στους κατοίκους, όπως νερό που ερχόταν απευθείας από τον Χορτιάτη, ηλεκτροφωτισμό και συγκοινωνία με τραμ και λεωφορεία. Κέντρο του συνοικισμού ήταν το πάρκο Χαριλάου και η εκκλησία της Οσίας Ξένης, που ανεγέρθηκε το 1924 στη μνήμη της μητέρας του Χαρίλαου, Πολυξένης.

Στον μεσοπόλεμο έγιναν κάποιες απαλλοτριώσεις της έκτασης για την αποκατάσταση προσφυγικών οικογενειών και τη δημιουργία του γηπέδου του αθλητικού συλλόγου Άρης, το σημερινό «Κλεάνθης Βικελίδης». Γρήγορα η Χαριλάου απέκτησε φήμη και όλοι οι εύποροι Θεσσαλονικείς ήθελαν να αγοράσουν ένα σπίτι σε περιοχή με καλό κλίμα, ανέσεις και «ιδεώδεις εξοχικάς κατοικίας».

Από τον παλιό οργανωμένο συνοικισμό Χαριλάου με τα χαμηλά σπίτια και τους κήπους τους σώζονται ελάχιστα μόνο αρχιτεκτονικά δείγματα -σήμερα κουφάρια- βιομηχανικών συγκροτημάτων, χώροι-τοπόσημα όπως το άλσος Νέας Ελβετίας και το γήπεδο του Άρη και οι πρώτες εκκλησιές των Ρώσων και των Ελλήνων οικιστών του, ο παλιοί ναοί της Οσίας Ξένης στην Παπαναστασίου και του Αγίου Νικολάου των Ρώσων εμιγκρέδων στη Νικολάου Πλαστήρα.
Στο ολιγοσέλιδο αυτοτελές διήγημα «Η ανακομιδή του Χαριλάου» (εκδόσεις Μπιλιέτο 2013) ο γιατρός και γνωστός συγγραφέας Περικλής Σφυρίδης, σε συνομιλία με παλιό κάτοικο της περιοχής, θυμάται ιστορίες από τον συνοικισμό και τους παλιούς συγκατοίκους του, Ρώσους και Αρμένιους. Σαν τον Μπόρις Αρκάντιεβιτς, τον Βλαδίμηρο Σαχάροφ, τον Κοβαλένκο, τον Καραμπέτ Αρτζουμαγιάν, τον κύριο Μπραχάμ και τη γυναίκα του Αρμενουή. Αναθυμάται με τον Γιώργο, τον ιδιοκτήτη του περίφημου γιαουρτάδικου «Λέανδρος» στην οδό Πλαστήρα, τις ριζικές αλλαγές που σημειώθηκαν στη συνοικία. «Πώς κατάντησε έτσι η γειτονιά μας ρε Γιώργο», του λέω τις προάλλες. «Έρχομαι τώρα στο μαγαζί σου και δεν υπάρχει ούτε μια από τις μονοκατοικίες με τους κηπάκους που υπήρχαν ένα γύρω. Πελώριες άχρωμες πολυκατοικίες ξεφύτρωσαν στη θέση τους…».
Ανάλογες εικόνες μεταφέρει και ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης -ο οποίος επίσης μεγάλωσε στη Χαριλάου-, στο αυτοβιογραφικό του αφήγημα (που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες από το 2014 στο περιοδικό «Θεσσαλονικέων Πόλις», τχ. 26 κ.ο.κ.) με τίτλο «Πάρε το λεωφορείο 10» (της γραμμής Χαριλάου – Νέος Σιδ. Σταθμός). «Μεγάλωσα», γράφει, «στην περιοχή Χαριλάου, στη φτωχοσυνοικία ακριβώς κάτω από το άλσος της Νέας Ελβετίας, στην οδό Νέα Ηρακλέους 47. Σε μια μονοκατοικία, χωρίς αυλή, τεσσάρων δωματίων. Και δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχει αυτό το δασάκι πεύκων με τη Ζυρίχη ή τη Λωζάνη και το ονόμασαν Νέα Ελβετία…».
Ο Χαρίλαος της πολιτικής και της ακαδημαϊκής καριέρας
Οι ικανότητες του Χαρίλαου, η επιχειρηματική του δράση -«θέλω να γίνω βιομήχανος, όχι δια να αποκομίσω κέρδη, αλλά δια να προσφέρω υπηρεσίας εις την πατρίδα μου», συνήθιζε να λέει-, η οικονομική του επιφάνεια, οι επαφές του εντός και εκτός Ελλάδας εκτιμήθηκαν και από την πολιτική διοίκηση και το 1917 ορκίστηκε ο πρώτος υπουργός Επισιτισμού και Αυτάρκειας. Το 1920 διορίστηκε Πρόεδρος του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων και επί των ημερών του ξεκίνησε η οικοδόμηση των περιοχών της Νίκαιας, της Νέας Ιωνίας και της Νέας Φιλαδέλφειας στην Αθήνα.

Αργότερα, υπηρέτησε ως ένα από τα πρώτα μέλη του ΔΣ της νεοσυσταθείσας Αγροτικής Τράπεζας (1929), ενώ το 1934 ίδρυσε τη «Γεωργική Εταιρεια Λεσίνι», η οποία προχώρησε στην αποξήρανση του έλους Λεσίνι στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας. Το 1936 ανέλαβε τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου στην Εταιρεία Λιπασμάτων, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1943) συμμετείχε στην ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών, η οποία μετεξελίχθηκε στο σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο Πειραιά, όπου δίδασκε για πολλά χρόνια. Επιπλέον ήταν στο προεδρείο του Κολεγίου Αθηνών από την ίδρυσή του το 1925 ώς τον θάνατό του. Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 73 χρόνων, στις 23 Νοεμβρίου του 1947.
*Οι φωτογραφίες από το εσωτερικό των παλιών εγκαταστάσεων μας παραχωρήθηκαν από τον κ. Ανδρέα Θ. Δεληγιάννη