Θεσσαλονίκη αρχές της δεκαετίας του 1900, λιμάνι. Ένα πολύβουο μελίσσι στην καρδιά τού πιο εμπορικού σημείου της πόλης. Κόσμος πάει κι έρχεται μεταφέροντας εμπορεύματα με τα χέρια, με άλογα και κάρα, με καρότσια. Ξύλινα σκαριά κουβαλούν σιτηρά, είδη πρώτης ανάγκης, ξυλεία, υφάσματα και μπαχαρικά, έπιπλα, ρούχα και παπούτσια από την Ανατολή και τη Δύση. Από το χάραμα μέχρι να πέσει το σκοτάδι. Οι λιμενεργάτες, μαυρισμένοι από τον ήλιο και ιδρωμένοι από την αδιάκοπη εργασία, κάνουν μικρά διαλείμματα για ένα τσιγάρο και σιγοψιθυρίζουν «πρέπει κάτι να γίνει, δεν πάει άλλο». Το μεροκάματο μικρό, οι ώρες πολλές, η δουλειά σκληρή και το μποϊκοτάζ σφίγγει τη θηλειά στον λαιμό. Το 1910, λόγω των εντάσεων για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία επέβαλε μποϊκοτάζ σε ελληνικά προϊόντα και πλοία, γεγονός που δημιούργησε σοβαρά οικονομικά προβλήματα στο εμπόριο και έφερε αναταραχή σε πολλά λιμάνια, ανάμεσα σε αυτά και της Θεσσαλονίκης.
«Κάτι πρέπει να γίνει, δεν πάει άλλο». Η αγανάκτηση και η ανέχεια μετουσιώνονται σε οργή και η οργή φέρνει αντίδραση. Έτσι το 1909 και το 1910 σημειώθηκαν απεργίες από φορτοεκφορτωτές και μαουνιέρηδες του λιμανιού, οι οποίοι διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας και υψηλότερους μισθούς, παρότι ο τότε πρόξενος της Βρετανίας τηλεγραφούσε στο Λονδίνο πως οι μισθοί τους ήταν υψηλότεροι από τους αντίστοιχους στην πατρίδα του.

Η ίδρυση της πολυεθνικής Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης, γνωστής ως «Φεντερασιόν», το 1909, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την οργάνωση και κινητοποίηση των εργατών διαφόρων εθνοτήτων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των λιμενεργατών. Η «Φεντερασιόν» έπαιξε σημαντικό ρόλο στον συνασπισμό των λιμενεργατών και στην οργάνωση αυτών των κινητοποιήσεων κι έτσι εκείνες οι απεργίες αποτέλεσαν σημαντικό σταθμό στην ιστορία του εργατικού κινήματος της πόλης και οδήγησαν λίγα χρόνια αργότερα, το 1917, στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης και το 1918 της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ).
Την ίδια δεκαετία κι όσο οι λιμενεργάτες βρισκόταν υπ΄ατμόν για τις εργασιακές τους συνθήκες -άγνωστη ακόμη λέξη οι «συμβάσεις»- η πόλη αναπτυσσόταν γύρω από το λιμάνι και συγκροτούσε αυτό που ονομάζουμε εμπορικό κέντρο. Δίπλα στην προκυμαία κάθε πρωί οι αχθοφόροι καλημέριζαν πολυμελή συνεργεία που εργάζονταν για την ανέγερση ενός μεγάλου και πρωτοποριακού στην κατασκευή και τη χρήση υλικών κτηρίου. Αρχές του 1912, στη σημερινή οδό Ναυάρχου Βότση, στον αριθμό 5 -απέναντι από τον Ερυθρό Σταυρό- ορθώθηκε ένα τετραώροφο κτήριο με στοιχεία εκλεκτισμού, αναγεννησιακή επιρροή, με ένα μνημειακό αέτωμα και φατνώματα με παραστάδες.

Το Μέγαρο Σουρουτζίεβιτς πήρε το όνομά του από τους αδερφούς Ιβάν, Μήτσε και Σπύρο Σουρουτζίεβιτς, βουλγαρικής καταγωγής, που είχαν αναπτύξει επιχειρηματική δραστηριότητα στη Θεσσαλονίκη. Αν και δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες, δεν αποκλείεται να ήταν επίσης γνωστοί ως Σουρούγιεβιτς (Surujievic), ενώ είναι πιθανό ο Σπύρος Σουρουτζίεβιτς να ήταν ο Σπύρος Σουρουτζής, ο οποίος εμφανίζεται στις αρχές του 1900 ως εμπορικός αντιπρόσωπος και διερμηνέας με μεγάλο γραφείο στον Φραγκομαχαλά.
Το Μέγαρο που έχτισαν τα εύπορα οικονομικά αδέρφια ήταν το ψηλότερο κτήριο του λιμανιού, ξεχώριζε ακόμη κι από τον Λευκό Πύργο κι αποτελούσε ένα κόσμημα για τη Θεσσαλονίκη.

Ο αρχιτέκτονας-μηχανικός, Γιάννης Βασιλειάδης και οι πολιτικοί μηχανικοί, Γιώργος Σαπιρίδης και Νίκος Τζιμόπουλος, που μελέτησαν το κτήριο στο πλαίσιο της διπλωματικής εργασίας για το μεταπτυχιακό τους στο ΑΠΘ, διαπίστωσαν πως έφερε κάποια πρωτοπόρα για την εποχή του στοιχεία. Στο Μέγαρο Σουρουτζίεβιτς εφαρμόζεται η χρήση οπλισμένου σκυροδέματος (μπετόν) κι αυτή είναι ίσως η πρώτη εφαρμογή της τεχνικής στη Θεσσαλονίκη. Το μπετόν χρησιμοποιείτο ευρέως την εποχή εκείνη στην Ευρώπη, στην Ελλάδα ωστόσο δεν είχε φτάσει ακόμη. Ο αρχιτέκτονας του κτηρίου δεν είναι γνωστός, θεωρείται όμως βέβαιο πως γνώριζε τη χρήση των νέων υλικών και προσπάθησε, στο μέτρο του δυνατού, να τα χρησιμοποιήσει στην ανέγερση του Μεγάρου. Τα υλικά κατασκευής συνταιριάζουν με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο τη χρήση σκυροδέματος, τούβλων και μεταλλικών στηριγμάτων στους τοίχους, με ξύλινες δοκούς και ξύλινα πατώματα. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1922, την ίδια μείξη τεχνικών κατασκευής συναντούμε στην εμπορική στοά «Αγορά Μοδιάνο», από τον αρχιτέκτονα J. Oliphant και τον μηχανικό και κύριο εμπνευστή και δημιουργό του έργου, Ελί Μοδιάνο.

Το Μέγαρο Σουρουτζίεβιτς έχει ύψος 19,5 μέτρα και συνολικό εμβαδόν 1.115 τ.μ., είναι σε σχήμα Π και καταλήγει σε φωταγωγό. Σχεδιάστηκε ως χώρος γραφείων, αλλά και ως ξενοδοχείο, κι ήταν για χρόνια το μοναδικό ψηλό κτήριο της περιοχής. Η ανέγερσή του είναι άμεσα συνυφασμένη με την ιστορία του λιμανιού. Όταν στα 1869 πάρθηκε η απόφαση για την κατεδάφιση του παραθαλάσσιου τείχους, δημιουργήθηκε η ευθύγραμμη προκυμαία από τον Λευκό Πύργο ως τα Λαδάδικα. Με όριο τη σημερινή οδό Κουντουριώτου έγινε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο επιχωματώσεων στην παραλία, η οποία και άλλαξε όψη, για να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας μεγάλης πόλης, κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως ήθελε να γίνει η Θεσσαλονίκη. Τότε, χαράχτηκαν 8 μεγάλα οικόπεδα, τα 7 από τα οποία μπήκαν στον εσωτερικό περίβολο του λιμανιού, προκειμένου να ανεγερθούν οι εγκαταστάσεις του. Το όγδοο τεμαχίστηκε σε δύο οικοδομικά τετράγωνα και πουλήθηκε σε ιδιώτες. Το ένα από αυτά αγόρασε η οικογένεια Σουρουτζίεβιτς.

Η σκέψη τους ήταν να νοικιαστεί σε ναυτιλιακές εταιρείες και ξένες αντιπροσωπείες και ως τέτοιο λειτούργησε για πολλά χρόνια το Μέγαρο Σουρουτζίεβιτς, ενώ μέχρι το 1930 στεγαζόταν εκεί τα άμισθα προξενεία της Ισπανίας και της Ιαπωνίας. Η πυρκαγιά του 1917, παρότι πέρασε με σφοδρότητα από την περιοχή, δεν προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο κτήριο, παρά μόνο κατέστρεψε τη στέγη.

Στο ισόγειο λειτουργούσε από την πρώτη στιγμή ένα μεγάλο καφενείο-ουζερί, το οποίο φιλοξενούσε λιμενεργάτες και αχθοφόρους, αλλά και το άτυπο -στην αρχή- σωματείο τους. Συνδικαλιστές και εργαζόμενοι έδιναν ραντεβού κάθε μεσημέρι στο καφενείο «Ο Λιμανιώτης» και στο διάλειμμα της σκληρής δουλειάς τους, εν μέσω τσίπουρου και τσίρου, συζητούσαν, συνήθως σε υψηλούς τόνους, για τις συνθήκες εργασίας, το χαμηλό μεροκάματο, την εκμετάλλευση από τους αρχιεργάτες. Μέχρι τον πόλεμο, το Μέγαρο έσφυζε από ζωή. Ναυτιλιακοί πράκτορες, ασφαλιστές, εκτελωνιστές είχαν τα γραφεία τους εκεί και μπαινόβγαιναν στο λιμάνι για τις καθημερινές τους ασχολίες.

Στη διάρκεια της Κατοχής το κτήριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και αργότερα, κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, στέγασε ανταρτόπληκτους. Σε εκείνη τη φάση έγιναν μετατροπές στην εσωτερική διαρρύθμιση και δημιουργήθηκαν μικρά διαμερίσματα σε κάθε όροφο με κοινόχρηστη κουζίνα και μπάνιο. Με αυτήν τη μορφή, ως χώρος κατοικιών, χρησιμοποιήθηκε μέχρι τη δεκαετία του 1970, οπότε και άρχισε η παρακμή του. Σταδιακά οι ενοικιαστές έφυγαν, αναζητώντας πιο μόνιμη κατοικία και επέστρεψε στην επαγγελματική χρήση.
Αργότερα στεγάστηκε εκεί ένας από τους πιο γνωστούς οίκους ανοχής της περιοχής και της πόλης. Το κόκκινο φωτάκι στον πρώτο όροφο και τα «όμορφα, εξωτικά κορίτσια», όπως διαφημιζόταν, έδωσαν άλλον αέρα κι επιβεβαίωναν για χρόνια τη φήμη της Θεσσαλονίκης ως ερωτική πόλη -σήμερα οι Θεσσαλονικείς απεκδύονται αυτήν την έκφραση. Οι λιμενεργάτες εξακολουθούσαν να έχουν ως στέκι τους το καφενείο στο ισόγειο, που κι αυτό ωστόσο άλλαζε τακτικά ενοικιαστή, αλλά και να εμπιστεύονται τις υπηρεσίες του κουρείου που λειτουργούσε στον διπλανό χώρο. Όταν έπεφτε το σκοτάδι και άναβε το κόκκινο φως, στο κτήριο εισέρχονταν ξένοι, επισκέπτες της πόλης, άντρες από άλλες συνοικίες, φαντάροι που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη σε μια ανάπαυλα της θητείας τους.

Τον Νοέμβριο του 1983 το κτήριο χαρακτηρίζεται διατηρητέο, αλλά το 1995 ξέσπασε πυρκαγιά στον πρώτο όροφο, η οποία επεκτάθηκε γρήγορα και προκάλεσε σοβαρές ζημιές.
Μέχρι το 2000 το Μέγαρο Σουρουτζίεβιτς υπολειτουργούσε. Κάποια καταστήματα ήταν στο ισόγειο, ενώ ελάχιστα γραφεία υπήρχαν στους ορόφους. Και τότε μπήκε στην είσοδο το βαρύ λουκέτο, που δεν άνοιξε έκτοτε. Η ανέγερση του διπλανού πολυώροφου κτηρίου, αλλά και η φθορά του χρόνου έχουν ως αποτέλεσμα να υποστεί παραμόρφωση και να υπάρχει μια υποχώρηση γύρω στα 35 εκατοστά. Ακόμη και στα πατώματα αυτό είναι εμφανές, καθώς έχουν πάρει κλίση, ενώ ο μεταλλικός σκελετός στην κατασκευή βοηθά ώστε να στέκει στη θέση του. Οι Σουρουτζίεβιτς δεν άφησαν ίχνη στην πόλη και ως τελευταίοι ιδιοκτήτες αναφέρονται δύο αδέρφια με το επίθετο Πετικάκης.

Σήμερα το Μέγαρο είναι άδειο. Τα παντζούρια κατεβασμένα και μοναδικοί ένοικοι τα περιστέρια που μπαινοβγαίνουν από τις σπασμένες γρίλιες. Η βάση του έχει καλυφθεί από σκαλωσιά και μεταλλικό πλέγμα για λόγους ασφάλειας. Κάποια πεταμένα χαρτιά στα πατώματα, κιτρινισμένα από τον χρόνο, μαρτυρούν πως οι παραγγελίες ήρθαν, εκτελωνίστηκαν, παραδόθηκαν. Ένα παχύ στρώμα σκόνης καλύπτει τα λιγοστά, παμπάλαια έπιπλα που απέμειναν στους πάνω ορόφους, τα τζάμια είναι σπασμένα στα παράθυρα της σοφίτας με την υπέροχη θέα στον Θερμαϊκό, μαύρισαν τα τηγάνια στην κουζίνα του ισογείου, έφυγε το άρωμα των κοριτσιών από τους τοίχους του πρώτου ορόφου....