Skip to main content

Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Ο μαστρο-Γιάννης Θανούλης και οι δύο τόνων καμπάνες στον Άγιο Δημήτριο

Οι ονομαστοί καμπανάδες της Θεσσαλονίκης που εξόπλισαν εκκλησιές για το μελωδικό προσκλητήριο των πιστών - Τρεις γενιές στο «Ορειχαλκοχυτήριο Οι Καμπάνες» η οικογένεια Θανούλη

«Πήγα στην Ιταλία και είδα ένα εργαστήρι στη Φλωρεντία. Οι δικές μας οι καμπάνες είναι πολύ ανώτερες». 

Και πώς να μην είναι, αφού εκτός από τα σωστά υλικά, ο μαστρο-Γιάννης Θανούλης έβαζε αγάπη και μεράκι. Οι καμπάνες ήταν όλη του η ζωή κι ας μην το έδειχνε, μια που σε καμία δεν έβαλε ποτέ τη φίρμα του. Ούτε ο ίδιος, ούτε ο γιος του, ούτε ο εγγονός του, που συνέχισε την οικογενειακή παράδοση μέχρι το 2005. 

Το 1972, λίγο πριν τον θάνατό του, ο μαστρο-Γιάννης δέχτηκε στο χυτήριό του, το "Ορειχαλκοχυτήριο Οι Καμπάνες", στο τέλος της οδού Ειρήνης στον Βαρδάρη, τη λαογράφο Ευδοκία Μηλιατζίδου-Ιωάννου και της μίλησε για τη δουλειά του καμπανά και την παράδοση της Θεσσαλονίκης στον τομέα αυτόν

Σήμερα, δεν υπάρχουν καμπανάδες, ο συνονόματος και συνεπώνυμος εγγονός του μαστρο-Γιάννη, Γιάννης Θανούλης, άφησε την τέχνη της καμπάνας, όταν διαπίστωσε πως πλέον «δεν υπήρχε μεράκι και αγάπη, αλλά ούτε και εργατικά χέρια». 

Image

 

Πίσω στον χρόνο, τον 19ο και τον 20ο αιώνα η Θεσσαλονίκη είχε παράδοση στη χαλκευτική. Μετά την έλευση των προσφύγων το τοπίο άλλαξε, οι παλιοί καμπανάδες αποχώρησαν σιγά-σιγά και όπως διαπιστώνει η έρευνα της Ευδοκίας Μηλιατζίδου-Ιωάννου, «η τέχνη έμεινε στους πρόσφυγες, Πόντιους κυρίως, που ήρθαν εδώ γιατί υπήρχε ο πυρήνας και η χαλκευτική παράδοση». 

Ο μαστρο-Γιάννης Θανούλης, γεννήθηκε το 1915 στη Θεσσαλονίκη και μπήκε στην τέχνη της καμπάνας σε ηλικία 14 χρόνων. Στα 14 χρόνια μπήκε στη δουλειά και ο γιος του Δημήτρης και επίσης στα 14 ο εγγονός του Γιάννης. 

Στο χυτήριο της οδού Ειρήνης στον Βαρδάρη, το οποίο είχε ως το 1957 συνεταιρικά με έναν άλλο γνωστό καμπανά, τον Παύλο Καρρά, οι παραγγελίες έπεφταν βροχή. Τρεις καμπάνες συνολικού βάρους 2 τόνων κατασκευάστηκαν για τον Άγιο Δημήτριο, άλλη μία βάρους 500 κιλών για τον Άγιο Ελευθέριο, από εκεί έφυγαν οι καμπάνες 2 τόνων για τη Μητρόπολη Κιλκίς. Κι όταν ο μαστρο-Γιάννης έμεινε μόνος με τον γιο του, έφτιαξαν τις καμπάνες για τη Μητρόπολη Σιάτιστας, για εκκλησίες των Γιαννιτσών και της Σκύδρας Πέλλας, της Βοιωτίας, της Τρίπολης, για μοναστήρια και σκήτες του Αγίου Όρους, για όλη τη χώρα κι ακόμη για την Κύπρο μέχρι και για ναούς της Νέας Υόρκης μετά από παραγγελία και δωρεά ομογενών. 

Κι είχε να παινεύεται ο μαστρο-Γιάννης Θανούλης πως οι Θεσσαλονικείς ήταν οι καλύτεροι καμπανάδες της χώρας. Οι καμπάνες ήταν αυθεντικές, φτιαγμένες με μεράκι, χειροποίητες εξολοκλήρου και παρότι οι μεγάλες εκκλησίες επέλεγαν τις φημισμένες ρωσικές  -ή τις αυστριακές όπως η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης - εκείνες των εργαστηρίων του Βαρδάρη ήταν καλύτερες, πιο ανθεκτικές και πιο μελωδικές. 

Σε ένα ταξίδι του στην Ιταλία επισκέφτηκε εργαστήριο στη Φλωρεντία, αλλά δεν ενθουσιάστηκε. Στις επισκέψεις του όμως στο Άγιον Όρος μελέτησε αρκετά τις καμπάνες και διάβασε πολλά για αυτές. «Εκεί υπάρχει συγχορδία καμπανών σε όλη την κλίμακα. Είναι βέβαια ρωσικές και ειδικά λιμαρισμένες για να αποδίδουν τον ανάλογο ήχο. Με αυτές ένας μοναχός παίζει πάνω σε πλήκτρα που συνδέονται με τα σχοινιά των καμπανών το Άξιον Εστί. Είναι κάτι που με έκανε να ανατριχιάσω από δέος», περιέγραψε στη συνέντευξή του στη λαογράφο. 

Νυχθημερόν δούλευαν στα χυτήρια κι έκαναν την πόλη ονομαστή στη χαλκευτική ο Γρηγόριος Δεληγιάννης, ο Δημήτριος Παπαδόπουλος, ο Κωνσταντίνος Πολίτης -με καταγωγή από τη Σύρο-, ο Παύλος Καρράς κι ακόμη πιο παλιά ο Ζάχος Μανουσάκης, ο Γιώργος Πασχάλης, ο Περικλής Μαλατόπουλος από την Κωνσταντινούπολη, ονόματα που συνέλεξε στην πολύχρονη έρευνά της η κ. Μηλιατζίδου-Ιωάννου.

Ο Παύλος Καρράς της αφηγήθηκε ότι στα ακόμη πιο παλιά χρόνια οι καμπανάδες δεν είχαν εργαστήρια και γύριζαν με μουλάρια από χωριό σε χωριό, όπως οι γανωματήδες. Είχαν φορτωμένα στα ζώα τα σύνεργά τους και επιδιόρθωναν επί τόπου της καμπάνες. Γνωστοί γυρολόγοι-κουδουνάδες-καμπανάδες προέρχονταν από τις Σέρρες -ιδιαίτερα από την Άνω Βροντού- και τη Δράμα. 

Image

 

 

Η καμπάνα δεν είναι δουλειά, είναι ευχαρίστηση

Το 1978 μια μεγάλη φωτιά έκανε στάχτη τα χυτήρια της οδού Ειρήνης, μεταξύ αυτών και κάποια καμπανάδικα. Ο μαστρο-Γιάννης και ο γιος του Δημήτρης Θανούλης μετάφεραν το «Ορειχαλκοχυτήριο Οι Καμπάνες» στην οδό Θερμαϊκού στη Σταυρούπολη, κοντά στο μηχανοστάσιο του ΟΑΣΘ.
Στα 14 του χρόνια μπήκε στη δουλειά η τρίτη γενιά της οικογένειας, ο εγγονός του μαστρο-Γιάννη, Γιάννης Θανούλης. 

«Ήταν μια έτοιμη δουλειά για την οποία ο πατέρας και ο παππούς μου μιλούσαν πάντα με πάθος. Δουλεύαμε ώρες ατέλειωτες με πολλή μεγάλη ευχαρίστηση. Τα πάντα γινόταν στο χέρι, από το καλούπωμα μέχρι το σκάλισμα», λέει στη Voria o Γιάννης Θανούλης, ο οποίος παρότι έφυγε από τον χώρο το 2005, εξακολουθεί να αγαπά την τέχνη του καμπανά και να συμβουλεύει, όποιον θέλει, για τα μυστικά τής δουλειάς- είναι ο τελευταίος της γενιάς του. 

Όπως αναφέρει ο κ. Θανούλης, τα υλικά κατασκευής της καμπάνας είναι 70% χαλκός και 30% κασσίτερος, ένα είδος χρηματιστηριακό που εισάγεται από χώρες όπως η Βραζιλία. Το γλωσσίδι που χτυπάει την καμπάνα είναι επίσης από το ίδιο κράμα υλικών, αφού ο μπρούντζος αντέχει στα χτυπήματα.  

Οι καμπάνες βάρους μέχρι 200 κιλών μπαίνουν σε καλούπια και όλο το υπόλοιπο μέρος τους κατασκευάζεται με το χέρι, με λάσπη, τούβλο, γύψο. Τα σκαλίσματα, οι γραμμές και τα σχέδια εξωτερικά, γίνονται επίσης με το χέρι. Τουλάχιστον από τους παλιούς καμπανάδες. 

«Η δουλειά αυτή έχει πολλή κούραση. Αλλά αυτό που εμάς ευχαριστούσε ήταν να ακούσουμε τον ήχο της καμπάνας σε μία εκκλησία και τους πιστούς να ευχαριστιούνται. Αυτή ήταν η προτεραιότητά μας, μετά ερχόταν η πληρωμή», αναφέρει ο κ. Θανούλης προσθέτοντας ότι ο ήχος εξαρτάται από το βάρος της καμπάνας. 

Το σωστό χτίσιμο, το σωστό καλούπωμα, η επιδέξια χύτευση και το καλό ψήσιμο είναι τα μυστικά για μια ανθεκτική και όμορφη καμπάνα. Παλιότερα, στο εργαστήριο του μαστρο-Γιάννη χρειαζόταν πέντε μέρες εντατικής δουλειάς. Όταν ερχόταν μια παραγγελία, όλοι έπεφταν πάνω στα καλούπια για να την ολοκληρώσουν στον χρόνο της. Σήμερα και ανάλογα με το βάρος της, μπορεί να είναι έτοιμη σε 2 μέρες, καθώς μέρος της δουλειάς γίνεται με πιο σύγχρονες τεχνικές.

Image

 

 

 

Γιατί η φίρμα Θανούλης δεν υπάρχει σε καμία καμπάνα

Είναι οι καμπάνες αθάνατες; Στο ερώτημα αυτό η απάντηση έρχεται εύκολα: ανάλογα με το πώς τις μεταχειρίζεται κάποιος. 
«Ο κασσίτερος είναι ένα πολύ ευαίσθητο υλικό. Αν βάλεις λίγο παραπάνω, η καμπάνα θα γίνει σκληρή κι αν παγώσει θα ραγίσει. Οι καμπάνες είναι εκτεθειμένες σε καιρικές συνθήκες ακραίας ζέστης ή κρύου και πρέπει να είναι ανθεκτικές», επισημαίνει ο Γιάννης Θανούλης. 

Στα χωριά, ακόμη και σήμερα, τα παιδιά συνηθίζουν να κρατάει το ένα την καμπάνα σταθερά με τα δυο του χέρια και ένα άλλο να τη χτυπάει. Είναι ένα είδος παιχνιδιού. Οι καμπανάδες λένε πως αυτή η κίνηση είναι όμοια με εκείνη που κάνουμε αν πιάσουμε κάποιον από τον λαιμό κι αυτός προσπαθεί να φωνάξει. Η φωνή θα βγει πνιχτή. Ομοίως και η καμπάνα που κρατάει ένας άνθρωπος σταθερά και ένας άλλος την χτυπάει, θα βγάλει ήχο χωρίς μουσικότητα, αφού το μέταλλο ζορίζεται. 

Το καλούπι της καμπάνας χρειάζεται χώμα και τούβλα-στα σύγχρονα χρόνια και γύψο. Ο μαστρο-Γιάννης και οι άλλοι παλιοί καμπανάδες προμηθεύονταν το χώμα από την περιοχή της Χαριλάου, στα όρια με την Πυλαία. Εκεί υπήρχαν οι όχθες ενός ρέματος και το χώμα είχε μέσα άμμο, ήταν σκούρο καφέ και θεωρούνταν ιδανικό για τα ορειχαλκοχυτήρια. Τα κάρα πηγαινοερχόταν πολλές φορές στη διάρκεια της ημέρας από τη Χαριλάου ως τον Βαρδάρη μεταφέροντας χώμα, το οποίο πουλιόταν προς 100 δραχμές το κυβικό μέτρο. Κάποιοι βέβαια έφερναν χώμα και από τις Σέρρες ακόμη και από την Κωνσταντινούπολη, όμως αυξάνονταν το κόστος, λόγω των μεταφορικών, ενώ χώμα από τη Χαλκιδική έφευγε με καΐκια μέχρι τον Πειραιά.

Οι καλές και αυθεντικές καμπάνες έχουν το σταχτί χρώμα των υλικών κατασκευής. «Σε μας ο χρωματισμός της καμπάνας απαγορευόταν. Δεν βάψαμε ποτέ καμπάνες, παρά μόνο κάποιες φορές τις διακοσμητικές γραμμές στο εξωτερικό τους», μας λέει ο Γιάννης Θανούλης. 

Εξωτερικά οι καμπάνες φέρουν σχέδια από εικόνες της θρησκευτικής ζωής όπως η Γέννηση, η Σταύρωση, η Ανάσταση του Χριστού, ή από τον βίο αγίων. Φέρουν επίσης φυτικά ή γεωμετρικά σχέδια και γράμματα. Συνήθως και τη φίρμα του χυτήριου. 

Όλες... εκτός από αυτές του εργαστηρίου Θανούλη. «Ήταν αρχή της οικογένειάς μας να μην βάζουμε τη φίρμα μας. Καμία καμπάνα δεν γράφει το όνομα του χυτηρίου μας. Καμία. Τόσο ο παππούς μου, όσο και ο πατέρας μου αργότερα, αλλά και εγώ, δεν θέλαμε διαφήμιση», εξηγεί ο Γιάννης Θανούλης, ενώ ο μαστρο-Γιάννης είχε απαντήσει σε σχετική ερώτηση πως «δεν βάζουμε το όνομά μας γιατί δεν έχουμε ανάγκη από διαφήμιση. Όλοι μας ξέρουν, πλέον μόνο εμείς κάνουμε καλές και μεγάλες καμπάνες». 

Σήμερα στη Θεσσαλονίκη απέμειναν μόλις δύο χυτήρια για καμπάνες. Το ένα μάλιστα είναι το παλιό της οικογένειας Θανούλη, το οποίο πούλησε ο Γιάννης Θανούλης το 2008 όταν είχε ήδη εγκαταλείψει τον χώρο. 
Οι καμπανάδες έχουν εκλείψει και η τεχνολογία έχει αντικαταστήσει μεγάλος μέρος της παραγωγικής διαδικασίας. 

Αλλά ο γλυκός ήχος της καμπάνας, που ακούγεται το χάραμα μέσα στη σιγαλιά του χωριού και το σούρουπο για να σημάνει τον εσπερινό, δεν αντικαθίσταται από τις μηχανές. Θέλει 70% μπακίρι και 30% κασσίτερο... και πολύ μεράκι για να παραχθεί το μελωδικό ντιν νταν, ντιν νταν, ντιν νταν.
 

* Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο κ. Γιάννης Θανούλης και προέρχονται από το οικογενειακό άλμπουμ της επιχείρησής τους