Ήταν Γενάρης του 1875 όταν ο πανίσχυρος Βαλής (νομάρχης) της Θεσσαλονίκης Σερφέτ Πασάς κατηγορήθηκε για διασπάθιση δημόσιου χρήματος. «Με εκατηγόρησαν οι Τούρκοι και οι Εβραίοι ότι τρώγω παράδες... Η κατηγορία είναι σοβαρά και τα χαρτιά που ήρθαν από την Σταμπούλ είναι πολύ άσχημα...»
Με τόνο δραματικό και ύφος ταραγμένο περιέγραφε ο ίδιος στον επιφανή επιχειρηματία της πόλης Δημήτρη Μπαλταδώρο την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, ζητώντας βοήθεια. Ως αντίδωρο του ζητήθηκε η άδεια της έκδοσης μιας εφημερίδας. «Ολούρ» (θα γίνει) η απάντησή του και κάπως έτσι την επόμενη κιόλας μέρα του δόθηκε το... πιστοποιητικό και λίγες εβδομάδες αργότερα ήρθε από την Κωνσταντινούπολη η άδεια έκδοσης του «Ερμή» της πρώτης ελληνόγλωσσης εφημερίδας της Θεσσαλονίκης.
Την ιστορία διέσωσε ο δημοσιογράφος, Κώστας Ποιμενίδης, στο «Ημερολόγιο Θεσσαλονίκης» της Μαίρης Τσιώμου του έτους 1919, μεταφέροντας μάλιστα τον διάλογο του Σερφέτ Πασά και του Μπαλταδώρου και τη μεταξύ του συνδιαλλαγή.
Η άδεια για την έκδοση μιας εφημερίδας στο τέλος του 19ου αιώνα δεν ήταν υπόθεση εύκολη ούτε ανέξοδη -όχι με την υλική έννοια-, καθώς οι Τούρκοι φοβόταν τα «τυπωμένα χαρτιά» στη χώρα των υπόδουλων και ασκούσαν συνεχή λογοκρισία, επιβάλλοντας διώξεις. Έτσι ο «Ερμής» αποτέλεσε την πρώτη νίκη της δημοσιογραφίας -που πάντως δεν πρέπει να τη φανταζόμαστε με σημερινούς όρους- για την πόλη και τη Μακεδονία.
Η οικογένεια Γκαρπολά
Ένας πεζόδρομος, πάνω από την Εγνατία, στο ύψος της Αριστοτέλους και δίπλα στη Ρωμαϊκή Αγορά, κρύβει την ιστορία μιας σπουδαίας οικογένειας, εύπορων επιχειρηματιών. Όσο μικρή είναι η οδός Γκαρπολά τόσο μεγάλη και ενδιαφέρουσα ιστορία φέρει πίσω της.
Οι απαρχές της χάνονται στο τρίπτυχο Βιέννη-Αθήνα-Θεσσαλονίκη, οι ρίζες της όμως εντοπίζονται στην τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα στην Κρανιά Ολύμπου από όπου καταγόταν ο γεννήτορας Κωνσταντίνος Γκαρπολάς. Ο αρχηγός της οικογένειας ήταν ένας λόγιος της εποχής του, που μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στη Ραψάνη ή στα Αμπελάκια εγκαθίσταται στη Βιέννη, όπου και συνδέθηκε με τον Άνθιμο Γαζή και τον Στέφανο Κομμητά, ενώ στα χρόνια του Καποδίστρια και της Αντιβασιλείας διατηρούσε στην αυστριακή πρωτεύουσα ένα από τα πιο γνωστά βιβλιοπωλεία.
Σύμφωνα με τον ιστορικό και βιογράφο της οικογένειας, Παναγιώτη Κόκκα, ο Κωνσταντίνος Γκαρπολάς απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Αλέξανδρο, τον Μιλτιάδη, την Ελένη και τον Σοφοκλή. Όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα, ο Αλέξανδρος και η Ελένη έμειναν στην Αθήνα, ο Μιλτιάδης και ο ο Σοφοκλής επέλεξαν τη Θεσσαλονίκη και συνδέθηκαν με την έκδοση της πρώτης εφημερίδας.
Τα τέσσερα αδέρφια ασχολήθηκαν με τις εκδόσεις, ακολουθώντας την παράδοση της οικογένειας και ο Αλέξανδρος επικεντρώθηκε στα σχολικά εγχειρίδια και απέκτησε δεσμούς με τη Φαναριώτικη Σχολή της Αθήνας.
Διαπιστώνοντας την απουσία τυπογραφείου στη Θεσσαλονίκη ο Μιλτιάδης Γκαρπολάς μετακομίζει στην πόλη και στήνει το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο το 1850, τυπώνοντας μέσα σε μόλις λίγους μήνες τα πρώτα 7 βιβλία. Η Θεσσαλονίκη είναι την εποχή εκείνη μια πολυπολιτισμική πόλη, με πολυάριθμη ελληνική κοινότητα, πολλά σχολεία και πλούσια πνευματική ζωή. Μετά από μερικά χρόνια, το 1862, τον ακολουθεί ο αδερφός του Σοφοκλής, ο οποίος έχει περιπλανηθεί νωρίτερα ανά την Ευρώπη, όπου στη Γαλλία εντάσσεται στους φιλελεύθερους και ριζοσπαστικούς κύκλους που αντιπολιτεύονται τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Νέος, γοητευτικός, μορφωμένος, πολυταξιδεμένος και σχετικά εύπορος, παντρεύεται την κόρη του μεγαλέμπορου Δημήτριου Μπαλταδώρου-Οικονόμου και μπαίνει έτσι στα σαλόνια της αστικής τάξης.
«Ήταν σεβάσμιος ομορφάνθρωπος, με μεγάλη δεσποτική γενειάδα, με ύφος βαρύ και επίσημο, τυλιγμένος σε βαρύτιμη καθημερινή ρεδικότα, όπως θυμότανε και μας έλεγαν οι παλαιότεροι», ανέφερε ο Αρίστος Χασήρ στην εφημερίδα «Νέα Ευρώπη» το 1942.

Η γέννηση του «Ερμή»
Η προίκα του πεθερού του, ο οποίος διατηρούσε καλές σχέσεις με την οθωμανική διοίκηση και η οξυδέρκειά του, μαζί με το επιχειρηματικό ταλέντο που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, επιτρέπουν στον Σοφοκλή Γκαρπολά να κυκλοφορήσει την πρώτη ελληνική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης. Η άδεια ήρθε με κάθε επισημότητα και όλες τις σφραγίδες από την Κωνσταντινούπολη, μετά τη γνωστή ιστορία με τον Σερφέτ Πασά και το «Ολούρ» (θα γίνει) που υποσχέθηκε στον πεθερό του.
Το πρώτο φύλλο του «Ερμή» τυπώνεται την Τρίτη 13 Μαΐου 1875, «μέσα σε ένα κλίμα γενικής ικανοποιήσεως του υπόδουλου ελληνισμού, μεταξύ των ηγετών του οποίου, ο τότε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα κλεινός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ΄ και οι Κωνσταντινουπολίτες τραπεζίτες Ζωγράφος και Ζαρόφης που παρέχουν στον Σοφοκλή Γκαρπολά την ηθική και υλική συμπαράστασή τους», γράφει ο Παναγιώτης Κόκκας. Αυτό το πρώτο φύλλο υπάρχει σήμερα στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, στο Λονδίνο.

Ένθερμος υποστηρικτής της δημοκρατικής Γαλλίας και της πολιτικής του Χαρίλαου Τρικούπη ο Σοφοκλής Γκαρπολάς, γνωρίζει πολύ σύντομα την αναγνώριση και το τυπογραφείο του αναλαμβάνει, εκτός από την εφημερίδα και διάφορα βιβλία, την έκδοση «των επίσημων κανονισμών των κοινοτικών και θρησκευτικών ιδρυμάτων των Ελλήνων».
Για 30 χρόνια ο «Ερμής» ήταν η μοναδική ελληνική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης. Στο βιβλίο του «Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης-Τουρκοκρατία» (το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών), ο δημοσιογράφος Μανώλης Κανδυλάκης περιγράφει πως η εφημερίδα ήταν 22Χ33 εκ. (στο σημερινό σχήμα των περιοδικών), κυκλοφορούσε τα απογεύματα κάθε Τρίτη και Παρασκευή, ήταν τετρασέλιδη και δεν ανέγραφε τιμή φύλλου, παρά μόνο τις ετήσιες συνδρομές «όπως και οι άλλες εφημερίδες την περίοδο της Τουρκοκρατίας».
Στις αρχές του 1881 ο «Ερμής» αναστέλλει την έκδοσή του και τρεις μήνες μετά, στις 17 Απριλίου 1881, οι διανομείς μοιράζουν τον «Φάρο της Μακεδονίας» με εκδότη επίσης τον Σοφοκλή Γκαρπολά.

«Δεν είναι γνωστό γιατί ο Σοφοκλής Γκαρπολάς αποφάσισε να εγκαταλείψει τον "Ερμή" και να συνεχίσει την έκδοση της εφημερίδας του με άλλον τίτλο. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν στο τελευταίο φύλλο, ότι δηλαδή χρειάζεται να μεταρρυθμιστεί ριζικά η εφημερίδα (που εκδιδόταν με επιτυχία επί 6 χρόνια), δεν είναι πειστικές», γράφει ο Μανώλης Κανδυλάκης. Κάποιες πληροφορίες από τη μελέτη των πηγών αναφέρουν πως η αναστολή έκδοσης και η επανακυκλοφορία της εφημερίδας με νέο όνομα, έγιναν «λόγω επεμβάσεως της τουρκικής λογοκρισίας».
Για τα επόμενα χρόνια ο «Φάρος της Μακεδονίας» ήταν η μοναδική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, σύμφωνα μάλιστα με τον Χρ. Γωγούση «ο μόνος άξων επί ον εστρέφεται η όλη πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης» και το κύριο όργανο του Μακεδονικού Ελληνισμού.
Σε πολιτικό επίπεδο η εφημερίδα διατηρεί τον θαυμασμό της στον Χαρίλαο Τρικούπη (αν και δεν τον υποστηρίζει στις εκλογές του 1885 και του 1895) και επαινεί τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄, παράλληλα όμως αναπτύσσει τον δημόσιο διάλογο και αναδεικνύει τοπικά θέματα και προβλήματα της πόλης.
Στα 1887 η εφημερίδα αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και σε μια προσπάθεια να την κρατήσει βιώσιμη ο Σοφοκλής Γκαρπολάς αναθέτει τη διεύθυνση σύνταξης στον εκ Σμύρνης ορμώμενο, γνωστό γιατρό της πόλης, Μαρίνο Κουτούβαλη. «Πρώτον μου μέλημα υπήρξε του να καταστήσω αυτήν όργανον ελληνικόν, εξυπηρετούν τα συμφέροντα του έθνους ημών και της θρησκείας», έγραφε ο Κουτούβαλης σε αναφορά του τον Ιούνιο του 1888 προς τον Έλληνα Πρόξενο. Αρχισυντάκτης ήταν ο Σπυρίδωνας Τζανότης, ένας λόγιος Ζακυνθινός, ο οποίος πρέπει να αναγνωριστεί ως ο πρώτος Έλληνας πολιτικός συντάκτης. Ο Τζανότης αναχώρησε τον Ιούνιο του 1889 για την Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, δεν υπάρχει όμως καμία αναφορά έκτοτε για την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία.
Ο «Φάρος της Μακεδονίας» λογοκρίθηκε αρκετές φορές από τις οθωμανικές αρχές, μάλιστα είναι χαρακτηριστικό πως στο φύλλο της 1ης Οκτωβρίου 1888 αφαιρέθηκε κείμενο από την πρώτη σελίδα και η στήλη ύψους 31 εκατοστών έμεινε κενή. Με αυτή τη λευκή σελίδα κυκλοφόρησε η εφημερίδα, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1894 και μετά το πρωτοσέλιδο άρθρο που είχε τίτλο «Εθνική δικαίωση η προσάρτηση της Μακεδονίας στην Ελλάδα» οι αρχές έκαναν έφοδο στα γραφεία, κατέστρεψαν τον εξοπλισμό και συνέλαβαν τον Σοφοκλή Γκαρπολά.
Το τελευταίο φύλλο του «Φάρου της Μακεδονίας» που έχει διασωθεί φέρει ημερομηνία 4 Μαρτίου 1895 και λίγες μέρες αργότερα κυκλοφόρησε με νέο τίτλο «Φάρος της Θεσσαλονίκης». Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 (γνωστός ως Μαύρο ΄97) βύθισε στην οικονομική καταστροφή την οικογένεια Γκαρπολά. Απογοητευμένος ο Σοφοκλής μετακομίζει στην Αθήνα, μένουν όμως στη Θεσσαλονίκη οι δύο γιοι του, Αλέξανδρος και Νικόλαος, συνεχίζοντας την εκδοτική παράδοση, κρατώντας τη διαχείριση της εφημερίδας μέχρι τις 25 Μαΐου 1912, οπότε και κλείνει οριστικά.

Ο Σοφοκλής Γκαρπολάς δεν είδε το τέλος της ούτε και την απελευθέρωση της Μακεδονίας, για την οποία έδωσε μεγάλο αγώνα με την πένα του. Έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1912 στο σπίτι του στην Αθήνα. Σύμφωνα με τα δημοσίευμα της εποχής η κηδεία του ήταν «μεγαλοπρεπής και επιβλητική» και του «αποδόθηκαν δημόσιες τιμές».
«Τόσος δε ήτο ο συνωστισμός του πλήθους εις την οδό Σαλαμίνος και τας παρόδους, που η κηδεία πήρε την μορφήν μεγάλης διαδηλώσεως», έγραφαν.
Σ.Σ. Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης διασώζονται τόμοι της εφημερίδας «Ερμής». Αγοράστηκαν το 1933 αντί του ποσού των 25.000 δραχμών από το αρχείο της εφημερίδας, όπως και του «Φάρου της Μακεδονίας». Φύλλα των ιστορικών αυτών εφημερίδων υπάρχουν επίσης στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, στη Βιβλιοθήκη της ΕΣΗΕΑ, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο -ΕΛΙΑ, στη Βρετανική Βιβλιοθήκη στο Λονδίνο, στο Διεθνές Μουσείο Εφημερίδων στο Άαχεν της Γερμανίας, αλλά και σε ιδιωτικά αρχεία.