Skip to main content

Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Ένας αιώνας ΑΠΘ - Το όραμα Βενιζέλου, οι δημοτικιστές και οι πρώτοι φιλόλογοι στα έδρανα

ΜΟΥΣΑΙΣ ΧΑΡΙΣΙ ΘΥΕ: «Θυσίαζε στις Μούσες και τις Χάριτες», στις γνώσεις και στο πνεύμα, στην επιστήμη και στην τέχνη - Οι ρίζες στο δέντρο που κάρπισε διδασκαλία και πρόοδο

Μετά την Επανάσταση του 1821 η Ελλάδα άρχισε να συγκροτείται σε οργανωμένο κράτος με οικονομική, πολιτική και κοινωνική δομή. Μία από τις προτεραιότητες της βασιλείας του Όθωνα ήταν η ενίσχυση της εκπαίδευσης και με διάταγμα της 26ης Απριλίου του 1837 ιδρύθηκε το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, που προς τιμή του ονομάστηκε «Οθωνικό Πανεπιστήμιο». Κατά την έναρξη λειτουργίας του στις 15 Μαΐου του 1837, το πανεπιστήμιο Αθηνών είχε 4 ακαδημαϊκά τμήματα και 52 φοιτητές. 

Το πανεπιστήμιο ξεκίνησε και συνέχισε τη λειτουργία του με πενιχρά μέσα, αλλά μεγάλη προσέλευση φοιτητών, ενώ σπουδαίοι ακαδημαϊκοί πλαισίωναν το εκπαιδευτικό προσωπικό, δίνοντας ώθηση στην ελληνική παιδεία. Αργότερα, ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκείνος που οραματίστηκε την ίδρυση πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη, σε μία εποχή που η Βόρεια Ελλάδα μόλις είχε απελευθερωθεί και η τόνωση των «Νέων Χωρών», όπως αποκαλούνταν τότε οι νεοαπελευθερωθείσες περιοχές, πρόβαλε ως εθνική ανάγκη. Επιθυμούσε μάλιστα αυτό του το όραμα να συνδυαστεί και με ένα ακόμη πανεπιστήμιο, στη Σμύρνη. 

Ο σπουδαίος μαθηματικός, Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, το όνομα του οποίου έκανε τον γύρο του κόσμου ως μαθητής και βοηθός του Αϊνστάιν στην ολοκλήρωση της θεωρίας της σχετικότητας, ανέλαβε από κοινού με τον Γεώργιο Στρέιτ, διαπρεπή νομικό και σύμβουλο του ελληνικού κράτους, να τρέξουν την ιδέα για την ίδρυση ενός δεύτερου πανεπιστημίου.

Image

 

Το 1919 υποβλήθηκε από τον Καραθεοδωρή το πρώτο υπόμνημα, το οποίο στήριζε την ανάγκη του νέου πανεπιστημίου στις οικονομικές, γεωπολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες και στην πνευματική καλλιέργεια των νέων, που αποτελούσαν το μέλλον της Ελλάδας. Στο υπόμνημα προτεινόταν ως πόλη για την ίδρυσή του η Σμύρνη, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη σημειολογία της Μικράς Ασίας, και σημειωνόταν πως στην ηπειρωτική Ελλάδα λειτουργούσε ήδη πανεπιστήμιο, αυτό της Αθήνας. Χρειαζόταν, λοιπόν, ένα ανώτατο ίδρυμα «της υπερποντίου Ελλάδος». Τον Ιούλιο του 1920 δημοσιεύθηκε ο Νόμος 2251 «Περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Πανεπιστήμιου Ελληνικού εν Σμύρνη» με σχολές: Γεωπονική και Φυσικών Επιστημών, Ανατολικών Γλωσσών και Ανατολικού Πολιτισμού, Δημοσίων Υπαλλήλων, Εμπορική, Χωροσταθμών και Εργοδηγών, Ανώτερο Μουσουλμανικό Ιεροδιδασκαλείο, Ινστιτούτο Υγιεινής, Δημόσια Βιβλιοθήκη. Τα γεγονότα άφησαν τον νόμο στο συρτάρι και το νέο πανεπιστήμιο δεν έγινε ποτέ.

Η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, που ανήλθε στην εξουσία τον Μάρτιο του 1924 κι αφού είχε προηγηθεί η Μικρασιατική Καταστροφή με τα ολέθρια για την Ελλάδα αποτελέσματα, ήταν αυτή που ανέλαβε την ίδρυση πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη με την εισηγητική έκθεση να κατατίθεται στις 8 Ιουλίου 1924.

Συντάκτης της έκθεσης ήταν ο διαπρεπής εκπαιδευτικός, συγγραφέας και πολιτικός Δημήτριος Γληνός, από τους πρωτεργάτες της «γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης» και εισηγητής ο Ι. Σ. Λυμπερόπουλος, υπουργός των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως. Στην εισηγητική έκθεση αναγνωρίζεται η ανάγκη δημιουργίας ενός δεύτερου ιδρύματος ανώτατης εκπαίδευσης, ως πνευματικό κέντρο, εκτός Αθηνών, και ως έναυσμα για την προώθηση της επιστημονικής και διδακτικής άμιλλας. «Αι ιστορικαί συνθήκαι των νέων χωρών επιβάλλουσι την ίδρυσιν ενός κέντρου ακτινοβολίας του εθνικού ημών πολιτισμού, μέλλοντος να διαθερμάνη εις τους κόλπους της ελληνικής ιδέας όλα τα τέκνα της Ελληνικής Πατρίδος», αναφερόταν χαρακτηριστικά και εκτός των κλασικών τμημάτων το νέο πανεπιστήμιο θα είχε Σχολή των Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών με τα τμήματα: Χημικό, Γεωργικό, Μεταλλειολογικό και Γεωλογικό, Δασολογικό, Κτηνιατρικό, Ηλεκτρολογικό, Φαρμακευτικό. Η παραίτηση της κυβέρνησης Παπαναστασίου τον ίδιο κιόλας μήνα φρέναρε το ιδρυτικό νομοσχέδιο, αλλά το προσωρινό κυβερνητικό σχήμα υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη δεν το καταχώνιασε στα συρτάρια. Σύντομα ορίστηκε μια νέα επιτροπή με καθηγητές από το πανεπιστήμιο της Αθήνας για να επεξεργαστούν και να προχωρήσουν την ιδέα του Γληνού. Πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής ήταν ο Σκεύος Ζερβός, χειρουργός, πρωτοπόρος στις μεταμοσχεύσεις και πολιτικός, ενώ την εποπτεία είχε ο υπουργός Παιδείας, Θεόδωρος Βελλιανίτης, με σημαντική πορεία στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία.  

Ο Νόμος 3341/1925 «Περί Ιδρύσεως Πανεπιστημίου Εν Θεσσαλονίκη» ψηφίστηκε στις 5 Ιουνίου 1925 από την τότε συντακτική συνέλευση έπειτα από πολλές και μακρές συζητήσεις και δημοσιεύθηκε στο φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της 22ας Ιουνίου 1925. Το πανεπιστήμιο ξεκίνησε να λειτουργεί από το 1926 με πρώτο πρόεδρο το Γεώργιο Xατζηδάκι, θεμελιωτή της επιστήμης της Γλωσσολογίας στην Ελλάδα, και κατόπιν τον Χρίστο Tσούντα, συνεργάτη του Ερρίκου Σλήμαν στις αρχαιολογικές ανασκαφές στις Μυκήνες. 

Image

 

Το πανεπιστήμιο στην πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη

Την εποχή εκείνη η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη με πολλές εθνικότητες και μεγάλο αριθμό προσφύγων που ήρθαν από την Ανατολή. Την περίοδο 1919-1921 είχαν εγκατασταθεί περίπου 53.000 ελληνόφωνοι από τον Καύκασο κι από τον Σεπτέμβριο του 1922 σχεδόν 130.000 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Υπήρχε επίσης ακμάζουσα εβραϊκή κοινότητα, όπως και αρκετοί Σέρβοι και Γάλλοι. Όλοι αυτοί έφεραν έναν αέρα πολυπολιτισμικότητας με ήθη και έθιμα, κουλτούρα και χαρακτηριστικά που αποτελούσαν μια μείξη της Ανατολής και της Δύσης. Επιπλέον το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αναδεικνυόταν σε κόμβο της εμπορικής δραστηριότητας για τη Μεσόγειο και τον Βόσπορο. Εμπορικά καταστήματα, επιχειρήσεις και τράπεζες έδωσαν έναν αέρα οικονομικής άνθησης -παρά τη δυσπραγία λόγω των συνεχών πολέμων- και πνευματικής καλλιέργειας. Η ελίτ καλοδέχτηκε το πανεπιστήμιο και αρκετοί ήταν αυτοί που έσπευσαν να ωθήσουν τα παιδιά τους στις ανώτερες σπουδές.  

Image

 

Τον πρώτο χρόνο, το 1926, λειτούργησε η Φιλοσοφική Σχολή, που στεγάστηκε στο κτήριο «Aλλατίνι», στα ανατολικά, εκεί όπου σήμερα βρίσκονται υπηρεσίες της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Image

 

Οι χώροι ήταν στενοί και από τον επόμενο χρόνο η Σχολή μεταφέρθηκε στο μέγαρο της οδού Εθνικής Aμύνης, όπου προηγουμένως στεγαζόταν το B΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Το κτήριο επεκτάθηκε, προστέθηκε και τρίτος όροφος και σήμερα αποτελεί την ιστορική Παλιά Φιλοσοφική με τη χαρακτηριστική φράση στην είσοδο «ΜΟΥΣΑΙΣ ΧΑΡΙΣΙ ΘΥΕ»- «Θυσίαζε στις Μούσες και τις Χάριτες», στις γνώσεις αλλά και στο πνεύμα, στην επιστήμη αλλά και στην τέχνη. Η φράση αυτή ήταν η έμπνευση του Χαρίτωνα Χαριτωνίδη, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής. 

Image

 


Έναν χρόνο μετά, το 1927, λειτούργησε και η Φυσικομαθηματική Σχολή με πρώτο το Τμήμα Δασολογίας, που το 1937 μαζί με το Τμήμα Γεωπονίας αποχωρίστηκαν και δημιούργησαν τη Γεωπονοδασολογική Σχολή. 

Κατά το πρώτο ακαδημαϊκό έτος λειτουργίας (1926-1927) στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης διορίστηκαν δεκαπέντε καθηγητές, δεκατρείς τακτικοί και δύο έκτακτοι. Τα ονόματά τους είναι ευρέως γνωστά μέχρι σήμερα για την προσφορά τους στα γράμματα και στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας: Γεώργιος Χατζιδάκις -πρόεδρος του Πρυτανικού Συμβουλίου-, Χρίστος Τούντας, Γεώργιος Σωτηριάδης -σπουδαίος δημοτικιστής-, Γεώργιος Γρατσιάτος -υπέρμαχος της καθαρεύουσας-, Παντελής Κοντογιάννης -καθηγητής Ελληνικής Ιστορίας των Νεότερων Χρόνων με σπουδές στο Μόναχο-, Νικόλαος Παπαδάκις -καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας-, Ιωάννης Βογιατζίδης -καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας-, Ιωάννης Παπαδόπουλος -καθηγητής Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας και υπερασπιστής της καθαρεύουσας-, Χαρίτων Χαριτωνίδης, Στίλπων Κυριακίδης -ιδρυτής της επιστήμης της Λαογραφίας στην Ελλάδα-, Ιωάννης Αποστολάκης -από τους μελετητές της ελληνικής λογοτεχνίας και ιδιαίτερα του δημοτικού τραγουδιού-, Μανόλης Τριανταφυλλίδης -σπουδαίος γλωσσολόγος και δημοτικιστής-, Χαράλαμπος Θεοδωρίδης -καθηγητής Φιλοσοφίας με πρωτοποριακές για την εποχή του ιδέες-, Αντώνιος Σιγάλας -καθηγητής Παπυρολογίας και Παλαιογραφίας, ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, την επωνυμία της οποίας εμπνεύστηκε ο ίδιος-, Μιχαήλ Λάσκαρις -σλαβολόγος, καθηγητής της Ιστορίας των Λαών του Αίμου. Έναν χρόνο μετά στον κατάλογο των διδασκόντων προστέθηκαν οι Κωνταντίνος Ρωμαίος, Ευστράτιος Πελεκίδης, Αλέξανδρος Δελμούζος ως τακτικοί καθηγητές, ο Δημήτριος Ευαγγελίδης ως έκτακτος καθηγητής αυτοτελούς έδρας και ο Λάζαρος Βελέλης ως έκτακτος επικουρικής έδρας. Οι πέντε νέοι καθηγητές αποτελούν τους πρώτους που εκλέχθηκαν από τη Συνέλευση της Σχολής. Ο κύκλος του πρώτου διδακτικού προσωπικού ολοκληρώθηκε με την πρόσληψη των Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, Ιωάννη Κακριδή, Ιωάννη Ιμβριώτη, Γεώργιου Σακελλαρίου και Αντώνιου Χατζή.

Image

 

Η Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έφερε πολλές καινοτομίες στο ίδιο το γνωστικό αντικείμενο, αλλά και στον τρόπο διδασκαλίας, διευρύνοντας τη φήμη του, περισσότερο ακόμη και από εκείνο της Αθήνας. Το μάθημα της Ιστορίας των Λαών του Αίμου ήταν πρωτοποριακό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επιπλέον αρκετοί καθηγητές δίδασκαν και εξέταζαν τους φοιτητές στη δημοτική γλώσσα και άλλοι -κυρίως στον τομέα της αρχαιολογίας- συνδύαζαν τις θεωρητικές γνώσεις με διδασκαλία στο πεδίο. Επιπλέον, οι ώρες που διδάσκονταν τα Αρχαία Ελληνικά ήταν λιγότερες από εκείνες των Αθηνών. Ωστόσο, η Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών είχε εντάξει και την Παιδαγωγική ως μάθημα, κάτι που στη Θεσσαλονίκη συνέβη το 1928, όπως και το μάθημα της Ψυχολογίας, που μπήκε αρκετά αργότερα στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Γενικά, η Φιλοσοφική της Αθήνας ήταν περισσότερο προσανατολισμένη στην κλασική παιδεία, ενώ της Θεσσαλονίκης σε μια πιο προοδευτική και εξειδικευμένη εκπαίδευση, στάθηκε μάλιστα πρωτοπόρος στη μάχη του δημοτικισμού, «αλλά και του εκδημοτικισμού, στους αγώνες για πλατύτερη παιδεία, ανεξάρτητη από οικονομικά συμφέροντα ή πολιτικούς καιροσκοπισμούς», όπως σημειώνει ο μετέπειτα πρύτανης του ΑΠΘ, Μιχάλης Παπαδόπουλος. Ίσως γι' αυτό οι ακαδημαϊκοί της Αθήνας επιχείρησαν πολλές φορές να εισέλθουν και να ταράξουν τα νερά της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης, επικρίνοντας τους σχεδιασμούς στο πρόγραμμα σπουδών και στη διδασκαλία, ενώ έγιναν και ενέργειες σε υψηλό επίπεδο ώστε το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης να λειτουργεί ως «παράρτημα των Αθηνών».

Image

 

Νέες Σχολές και νέα Τμήματα

Η μεγάλη προσέλευση φοιτητών και η αίγλη που έδωσε στην πόλη το πανεπιστήμιο οδήγησαν πολύ γρήγορα στην εξάπλωσή του με τη δημιουργία νέων Σχολών και νέων Τμημάτων. Σαν ένας άνεμος ανανέωσης να φύσηξε στην πόλη και να παράσυρε τους νέους που ήθελαν να μείνουν εκεί και να σπουδάσουν. Οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της χώρας δεν βοηθούσαν στην ταυτόχρονη ίδρυση Σχολών κι έτσι τα βήματα έγιναν αργά, αλλά σταθερά, για να φτάσει σήμερα το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης να είναι το μεγαλύτερο της χώρας σε αριθμό φοιτητών, καθώς φοιτούν σε αυτό περίπου 100.000 νέες και νέοι. 

Το 1929 άρχισε να λειτουργεί η Σχολή Nομικών και Oικονομικών Eπιστημών. H Iατρική και η Θεολογική Σχολή, που προβλέπονταν από τον ιδρυτικό νόμο, λειτούργησαν πολύ αργότερα, το 1942. Mετά τον πόλεμο, το 1950-1951, ιδρύθηκε η Kτηνιατρική Σχολή και στη συνέχεια με χρονολογική σειρά τα Iνστιτούτα Ξένων Γλωσσών (1951), η Πολυτεχνική (1955) και η Oδοντιατρική (το 1959 ως τμήμα της Iατρικής και από το 1971 ως ανεξάρτητη σχολή).

To 1982 με τον Νόμο 1268 για τη δομή και λειτουργία των ΑΕΙ επήλθε γενική αναδιάρθρωση των δομών του ΑΠΘ, όπως και όλων των πανεπιστημίων, με την ανάδειξη του τμήματος ως βασικής ακαδημαϊκής μονάδας, την ανασύσταση των σχολών και τη σύμπτυξη τμημάτων σε νέες ως εξής: Θεολογική Σχολή, Φιλοσοφική Σχολή, Σχολή Θετικών Επιστημών, Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολή Γεωτεχνικών Επιστημών, Σχολή Επιστημών Υγείας και Πολυτεχνική Σχολή.

Image

 

Μετά το 1982 ιδρύθηκαν η Παιδαγωγική Σχολή (1983), η Σχολή Kαλών Tεχνών (1984) και τα αυτοδύναμα τμήματα Eπιστήμης Φυσικής Aγωγής και Aθλητισμού (1983) και Δημοσιογραφίας και Mέσων Mαζικής Eπικοινωνίας (1991), καθώς και η Παιδαγωγική Σχολή της Φλώρινας (1993) που εντάσσεται πλέον στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Mακεδονίας. Eπιπλέον, όλα αυτά τα χρόνια προστέθηκαν και άλλα τμήματα στις ήδη υπάρχουσες σχολές, όπως το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών στη Σχολή ΝΟΠΕ, το Τμήμα Ψυχολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή και το Τμήμα Πληροφορικής στη Σχολή Θετικών Επιστημών. Στα νεότερα τμήματα ανήκουν και τα ανεξάρτητα τμήματα Μηχανικών Διαχείρισης Ενεργειακών Πόρων στην Κοζάνη (1999), στη Φλώρινα το Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών (1999) και η Παιδαγωγική Σχολή (1993), που έχουν ενταχθεί πλέον όλα στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Mακεδονίας, από 1η Ιανουαρίου 2004 (συνεδρίαση συγκλήτου 2753/28.8.2003). Το 2004 ιδρύθηκαν δύο νέα τμήματα, το Τμήμα Κινηματογράφου που υπάγεται στη Σχολή Καλών Τεχνών και το Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης (με έδρα τη Βέροια) που υπάγεται στην Πολυτεχνική Σχολή. Σημειώνεται, τέλος, ότι με απόφαση της Συγκλήτου καταργήθηκαν η Σχολή Επιστημών Υγείας και η Σχολή Γεωτεχνικών Επιστημών και μετατράπηκαν τα αντίστοιχα τμήματά τους σε μονοτμηματικές σχολές με εξαίρεση το Τμήμα Φαρμακευτικής που παρέμεινε ως ανεξάρτητο τμήμα.

Ένας αιώνας ΑΠΘ - Ο λαμπρός εορτασμός

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης γιορτάζει φέτος τον έναν αιώνα ζωής με σειρά εκδηλώσεων που ξεκίνησαν τον προηγούμενο μήνα και θα διαρκέσουν ως το τέλος της χρονιάς. Η κεντρική εκδήλωση θα γίνει την ερχόμενη Πέμπτη 12 Ιουνίου, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, ενώ την ίδια μέρα στον Λευκό Πύργο θα στηθεί ένα Wall-mapping event.

Tην εκδήλωση θα ανοίξει η χορωδία «Γιάννης Μάντακας», με τον Ύμνο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου του Μενέλαου Παλλάντιου (1914-2014), για τετράφωνη μεικτή χορωδία με συνοδεία πιάνου. Τη διεύθυνση έχει η Εριφύλη Δαμιανού και στο πιάνο θα είναι ο Γιώργος Ντάφος. Στη συνέχεια θα προβληθεί ένα αφιερωματικό βίντεο με τίτλο «Αναμνήσεις του χθες, εικόνες του σήμερα» και χαιρετισμό θα απευθύνει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τασούλας

Image

 

Μια σκηνική αναδρομή στην ιστορία του ΑΠΘ περιλαμβάνει το θεατρικό αναλόγιο «Εσένα κάπου σε ξέρω… ΑΠΘ;», με το πρωτότυπο κείμενο που έχουν γράψει η Σοφία Νικολαΐδου και ο Σάκης Σερέφας και επεξεργάστηκε δραματουργικά, αλλά και σκηνοθέτησε, η Χριστίνα Χατζηβασιλείου, επίκουρη καθηγήτρια του ΑΠΘ, με επιστημονικό σύμβουλο τον καθηγητή Νεότερης Ιστορίας του ΑΠΘ, Βασίλη Γούναρη. Επί σκηνής θα βρίσκονται δύο σπουδαίες μορφές του θεάτρου της πόλης, η καθηγήτρια του ΑΠΘ, Έφη Σταμούλη, και ο επίσης καθηγητής του ίδιου πανεπιστημίου, Δημήτρης Ναζίρης.

Θα ακολουθήσει συναυλία της Συμφωνικής Ορχήστρας του ΑΠ με το έργο του Μπετόβεν, Κοντσέρτο αρ. 5 για πιάνο και ορχήστρα σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 73, «Αυτοκρατορικό», με διευθυντή ορχήστρας τον Βλαδίμηρο Συμεωνίδη, αναπληρωτή καθηγητή του ΑΠΘ, και σολίστ στο πιάνο τον Βασίλη Βαρβαρέσο. Παρουσιαστής της βραδιάς θα είναι ο Άκης Σακελλαρίου, ηθοποιός και πρόεδρος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. 

*Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του ΑΠΘ