«Και πρέπει για πολλούς το Σέιχ Σου να έγινε το ερωτικό Θαβώρ, όπου το άκτιστο φως που εκπορεύεται από το περιπόθυτο κορμί του άλλου, τους πέρασε για μια στιγμή κι από τότε ως θα γηρατειά δεν κατόρθωσαν να ηρεμήσουν». Με περίσσιο λυρισμό και γλώσσα που τσακίζει κόκκαλα ο Γιώργος Ιωάννου, ο σπουδαίος αυτός Θεσσαλονικιός λογοτέχνης, που ύμνησε όσο λίγοι της γενέθλια πόλη του, περιγράφει στη συλλογή πεζογραφημάτων «Το δικό μας αίμα» (Α΄Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1979), τον ερωτισμό που αποπνέει διαχρονικά το περιαστικό δάσος της Θεσσαλονίκης.
Κι αν σήμερα η φυσιογνωμία του έχει αλλάξει -ειδικά μετά τη δεκαετία του ΄90 όταν ολοκληρώθηκε η περιφερειακή οδός-, το δάσος του Σέιχ Σου φιλοξένησε στο παρελθόν καυτές και αγχωμένες ανάσες, παθιασμένα φιλιά, πρώτα αγγίγματα και όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης. Το «Για πάντα» που σιγοψιθύρισαν πολλοί, το άκουσαν τα πεύκα, τα πλατάνια, οι λεύκες, τα σφενδάμια, τα κυπαρίσσια, τα πουρνάρια και τα σχίνα και το κράτησαν ως μυστικό μέσα στα κλαδιά τους.
Ο Γιώργος Ιωάννου φαντάστηκε πως όπως το Θαβώρ, το χαμηλό βουνό της Κάτω Γαλιλαίας στο Ισραήλ, ταυτίζεται στον Χριστιανισμό με τη Μεταμόρφωση του Χριστού, έτσι και το Σέιχ Σου υπήρξε για πολλούς Θεσσαλονικείς ο τόπος της μεταμόρφωσής τους, η ολοκλήρωση της ερωτικής τους ζωής.

Οι καρδιές χτυπούν δυνατά, ο φόβος γίνεται φιλί
«Το περιαστικό δάσος του Σέιχ Σου, διαβόητο ανά το πανελλήνιο ως δρακοβούνι, ζωογόνα λοφοσειρά στη νεφόπληκτη πόλη, διασώζεται στην ατομική και καθολική μνήμη ως ερωτικό λίκνο των περισσότερων Θεσσαλονικέων, νέων παρεπιδημούντων και εφήμερων επισκεπτών, κατάλληλο για "εμποδισμένους και συνταρακτικούς έρωτες", όπου ο ιδρώτας της ανάβασης αναμειγνύεται μ΄αυτόν της ερωτικής αγωνίας και προσμονής», γράφει ο δημοσιογράφος-συγγραφέας, Χρίστος Ζαφείρης στο βιβλίο του «Ο έρως σκέπει την πόλη».
Τα χρόνια τα παλιά, τότε που κυκλοφορούσαν ελάχιστα αυτοκίνητα και τα ραντεβού δινόταν με ραβασάκια χέρι-χέρι, στο «Νερό του Σεΐχη» -γιατί αυτό σημαίνει Σέιχ Σου- ανηφόριζαν νεαρές και νεαροί από την Τούμπα, τη Νεάπολη, την Άνω Πόλη, περιοχές που είχαν εύκολη πρόσβαση. Αργότερα έκαναν δειλά την εμφάνισή τους τα πρώτα αυτοκίνητα αγκομαχώντας μέχρι τα πευκάκια και πιο μετά ο αριθμός τους πύκνωσε. Με χαμηλές ταχύτητες έμπαιναν στο δάσος κι έφευγαν όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Τα φώτα στη μικρή σκάλα -για να μην δίνουν στόχο-, τα ραδιόφωνα έπαιζαν μπαλάντες και πίσω από τα θολωμένα τζάμια κρύβονταν οι έρωτες. Έρωτες νέοι και αμήχανοι, άλλοι παράνομοι και κάποιοι δυσβάσταχτοι που τους άντεχαν μόνο τα δέντρα και το σκοτάδι.

Μέχρι και σήμερα το Σέιχ Σου είναι πνεύμονας της Θεσσαλονίκης, αλλά και ο τόπος όπου το κρυφό γίνεται δυνατό. Από τον Μεσοπόλεμο ακόμη, όταν η κοινωνία ήταν συντηρητική κι ο πόθος δεν έβρισκε χώρο να ανθίσει, τότε που τα σπίτια δεν είχαν δωμάτια για ερωτικά φτερουγίσματα, τα ζευγάρια αναζητούσαν πευκοδάση. Κι έφταναν στο Σέιχ Σου με τα πόδια, ή συχνά το αγόρι περνούσε από μια στροφή με το ποδήλατο, έπαιρνε το κορίτσι και ανέβαιναν με αυτό -χωρίς ταχύτητες φυσικά το ποδήλατο, η αλυσίδα έβγαινε συχνά και το αγόρι έλιωνε σόλες στο πεντάλ. Αργότερα το δάσος γέμισε αυτοκίνητα και σήμερα που τα ραντεβού κλείνονται εύκολα μέσα από εφαρμογές γνωριμιών στο διαδίκτυο, αλλά και οι χώροι είναι περισσότεροι, το Σέιχ Σου έχασε την αίγλη του ως σημείο συνάντησης του πάθους.
Στη δεκαετία του ’50, όταν τα πατρικά σπίτια ήταν γεμάτα αυστηρότητα και τα μπαλκόνια επιτηρούμενα, το Σέιχ Σου πρόσφερε ελευθερία. «Καθίσαμε σ’ έναν κορμό, μες στα πεύκα. Δεν αγγιχτήκαμε σχεδόν καθόλου κι όμως ήταν το πιο δυνατό ραντεβού της ζωής μου», περιέγραψε εκείνο το πρώτο ραντεβού ο κύριος Θόδωρος που σήμερα κοντεύει έναν αιώνα ζωής.
Τα πανύψηλα δέντρα και τα ξέφωτα δεν έκαναν διακρίσεις. Ο Σπύρος από την Τούμπα ξάπλωσε στη ρίζα ενός πουρναριού το μακρινό 1973 και φίλησε για πρώτη φορά την Αθηνά, με την οποία λίγο μετά παντρεύτηκαν στην Αγία Βαρβάρα και απέκτησαν τρία παιδιά. Ο Γιώργος από τη Νεάπολη τον Απρίλιο του 1987 έκανε σε ένα ξέφωτο το πάρτι της γιορτής του. Κουβάλησαν κασετόφωνο και έβαλαν στη διαπασών Τina Turner κι όταν τα δέντρα έκρυψαν το φεγγάρι, χόρεψαν ξανά και ξανά το Total Eclipse of the Heart. Πόσοι έρωτες να γεννήθηκαν εκείνο το βράδυ!!! Και πόσες ιστορίες κρύβει αυτό το δάσος!!! Καθένας μπορεί να πει μία που έζησε ή άκουσε. Ειδικά οι παλιότεροι...

Ανηφορίζοντας από το Τσινάρι: Οι έρωτες του δάσους και τα φαντάσματα της σιωπής
«Ο πυρήνας των ερωτικών περιπτύξεων ήταν γύρω από το σημερινό Θέατρο Δάσους και το νερό του Σεΐχη, όπου οι ανταύγειες των αστικών φώτων και η αχοβολή της πόλης, ημέρευαν τα βράδια τα κορίτσια, καλύτερα από τα αγχώδη λόγια των εραστών», γράφει ο Χρίστος Ζαφείρης.
Τα ζευγαράκια ακολουθούσαν κυρίως τα καλντερίμια της Άνω Πόλης, από το Διοικητήριο και το Τσινάρι, ψηλά από τη Μονή Βλατάδων, τον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό, την πλατεία Καλλιθέας, τη Νεάπολη και τις Συκιές. Οι νόμιμοι έκαναν στάση σε κάποια από τα γραφικά ταβερνάκια στα Κάστρα, ή στο εξοχικό κέντρο «Καρυδιές» μέσα στη ρεματιά στους Χορταζήδες. Οι παράνομοι ανέβαιναν ακόμη πιο ψηλά και χάνονταν ανάμεσα στα δέντρα, αποζητώντας το σκοτάδι. Στη διαδρομή συναντούσαν κανταδόρους που έπαιζαν άσματα της εποχής και συνόδευαν τα βήματα των ερωτευμένων μέχρι τα τελευταία σπίτια.

Για τον υμνητή της Θεσσαλονίκης, Γιώργο Ιωάννου, «το Σέιχ Σου ήταν κατάλληλο το απόγευμα, νωρίς το βράδυ, ακόμη και για τα πρωινά, σε έρωτες σφοδρούς και απελπισμένους, που βγάζουν από τον κοινό ρυθμό τους ανθρώπους.... Τα παρθενικά, άβγαλτα σώματα, που πολλά τους έχουν από καιρό αναλυθεί σε χώμα, φυτά και έντομα, ήθελαν να εισχωρούν βαθιά μέσα στο βουνό, εκεί να δίνουν τα φιλιά και τους όρκους τους, να δέχονται με κατάνυξη την αψιά μυρωδιά του τραχιού κορμιού, μαζί με τα συνθλιμμένα αγριόχορτα και ραδίκια, που την άνοιξη μαζεύαμε για ζεμάτισμα κι ύστερα, αν κάτι στη σχέση δεν πήγαινε καλά, πράγμα πιθανότατο, να περιφέρονται εδώ και να θρηνούν, να κάθονται και να μουσκεύουν τις πευκοβελόνες με καυτά δάκρυα, που δεν είναι καθόλου για ξινά γέλια όταν αναβλύζουν από τα δικά σου ή σχεδόν τα δικά σου μάτια».
Ο Σεΐχης που έστησε μια κρήνη στο σημείο κοντά στο Θέατρο Δάσους, τα είχε προβλέψει όλα αυτά. Είχε φανταστεί το απώτερο 1760 πως το δάσος που μεγάλωνε και άπλωνε θα φιλοξενήσει ομολογημένους και ανομολόγητους έρωτες. Στο ερείπιο της πηγής σώζεται ως σήμερα η λίθινη επιγραφή που γράφει στα τουρκικά: «Και αυτή η θέα του νερού της πηγής εμπνέει αναμφιβόλως εμπαθή έρωτα και εις αυτόν τον κάτοικον του παραδείσου. Ο με καρδίαν ερωτόληπτον επισκεπτόμενος την υψηλήν ταύτην θέαν αναγνωρίζει ότι η τιμή της εξωραΐσεως του μέρους τούτου ανήκει εις τον Σεΐχην».

Όταν μίλησαν τα τουφέκια και εμφανίστηκαν οι... δράκοι
Μπορεί στη συνείδηση των Θεσσαλονικέων το Σέιχ Σου να έχει ταυτιστεί με τον έρωτα και το κρυφό ραντεβού, ωστόσο -δυστυχώς- δεν είναι μόνο αυτό. Εκεί, έχουν γραφτεί μερικές από τις πιο μαύρες σελίδες της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Στο βαμμένο με αίμα «Κόκκινο Σπίτι» έγιναν πολλές εκτελέσεις πατριωτών. Τα χρόνια εκείνα στις παρυφές του Σέιχ Σου υπήρχαν διάσπαρτοι τάφοι. Πίσω από το Επταπύργιο ήταν το... νεκροταφείο των Τουφεκισμένων. Πρόχειροι λάκκοι κι ένα σημάδι-μια πέτρα, ένα αναμνηστικό, ένα τούβλο- θύμιζαν ποιος νεκρός είχε πεταχτεί εκεί ως προδότης. «Όταν κοπάσανε οι τουφεκισμοί, με την κυβέρνηση Πλαστήρα, οι μανάδες ξεθάρρεψαν και έχτισαν, μέσα σε χρόνο ρεκόρ, όλους τους τάφους. Μόλις έπεσε ο Πλαστήρας, ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού έστειλε την μπουλντόζα και κατέστρεψε διά παντός το σεπτό νεκροταφείο των Τουφεκισμένων Κομμουνιστών», περιγράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος.
Κι ύστερα ήρθαν οι... Δράκοι. Στην αρχή ο Αριστείδης Παγκρατίδης, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στο Σέιχ Σου στις 16 Φεβρουαρίου του 1968, κατηγορούμενος για μια σειρά ληστειών και δολοφονιών σε ζευγαράκια στο δάσος. Πριν δεχτεί τη μοιραία σφαίρα από το απόσπασμα των χωροφυλάκων, φώναξε «μανούλα μου, είμαι αθώος». Πάνω από μισόν αιώνα μετά, η υπόθεση Παγκρατίδη παραμένει αίνιγμα και η έρευνα δεν έχει καταλήξει στο αν ο 27χρονος Αρίστος ήταν αθώος ή ένοχος.

Τρία χρόνια μετά, τον Αύγουστο του 1971 συνελήφθη από τις αρχές ένας άλλος «δράκος» του Σέιχ Σου, ο Ιωάννης Σερεσλής, ο οποίος ομολόγησε βιασμούς, ληστείες και απόπειρες ανθρωποκτονίας σε βάρος περίπου 10 ζευγαριών στο δάσος. Δικάστηκε, καταδικάστηκε κι έμεινε 17 χρόνια στη φυλακή-η θανατική ποινή είχε καταργηθεί. Μυστήριο και αυτός ο τύπος....
Οι μπαρμπουτιέρες και οι κρυφοί τεκέδες....
Ο έρωτας δεν αφορά μόνο δύο κορμιά που περιστρέφονται ιδρωμένα. Συχνά με αυτή τη λέξη περιγράφει κάποιος το πάθος του για μια συνήθεια. Τον τζόγο λόγου χάρη. Τα ζάρια και το μπαρμπούτι δεν θα μπορούσαν να παίζονται στα ξέφωτα του Σέιχ Σου -αν και δεν θα ήταν απίθανο-, οι παθιασμένοι παίκτες όμως στρώθηκαν στα τραπέζια και πάνω από την πράσινη τσόχα σε καφενεία γύρω από το δάσος.
Ο Πράσινος Μύλος, στην περιοχή της Βάρνας, στις παρυφές του Σέιχ Σου ήταν μετά τον πόλεμο μια τέτοια διάσημη μπαρμπουτιέρα. Τη δεκαετία του 1950 ο Πράσινος Μύλος ήταν καφενείο, αργότερα έγινε ταβέρνα και μετά έβαλε τσόχες. Ξύλινα τραπέζια, ξύλινες καρέκλες, πυκνός καπνός απ΄τα τσιγάρα και πάθος, πάθος για την ντάμα, την κούπα, τον βαλέ. «Ραντεβού στο κρυφό σχολειό», έλεγαν αναμεταξύ τους οι τζογαδόροι, έτσι το ήξεραν στην πιάτσα. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ΄60 έγινε και λαϊκό κέντρο και η όλη λειτουργία του ενέπνευσε τον Σαλονικιό ρεμπέτη Μπάμπη Μαρκάκη (Μπάμπης Μπαλτόπουλος) να γράψει το γνωστό και ομότιτλο άσμα, το οποίο ερμήνευσε με την Κατερίνα Καρόλ
Μες στον Πράσινο τον Μύλο
μου τα παίρναν τακτικά,
μα τους τα΄χω πάρει πίσω
από μια καλή ζαριά
……………………..
Μου τα παίρναν και γυρνούσα
με τα πόδια απ΄τις Συκιές
και δεν είχα να γουστάρω
στα μπουζούκια δυο πενιές