«Ώπα-ώπα έεεεεεεε, γεια σας πέρα για πέρα». Θεσσαλονίκη, αρχές του 20ου αιώνα και πίσω από αυτή τη στεντόρεια φωνή, που κάλυπτε τη σιγαλιά της νύχτας, κρυβόταν ένας ψηλός, αδύνατος ομορφάντρας με πυκνά φρύδια κι ένα παχύ, μαύρο στριφογυριστό μουστάκι. Ο εξ Αιγίου ορμώμενος, Χαρίλαος Πετρόπουλος, βρέθηκε το 1914 στη Θεσσαλονίκη για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και ήταν αυτός που έφερε τον Καραγκιόζη στην πόλη.
Ο Πετρόπουλος (1886-1965) είχε μυηθεί στο θέατρο σκιών από τον Μέμο Χριστοδούλου και μετέπειτα από καραγκιοζοπαίκτες όπως ο Μίμαρος και ο Μπέκος. Καθημερινά κατηφόριζε μ' ένα τεφτεράκι στο χέρι, στα στέκια των σιναφιών και τις πιάτσες, στο Καπάνι, στο Μοδιάνο, στο Μπεζεστένι, σε ταβέρνες, μαγέρικα και καφενέδες και κατέγραφε χαρακτηριστικές ατάκες από τα ζόρια του κοσμάκη, τη φωνή και την ανάγκη της εργατιάς, τα κουτσομπολιά της πόλης, τα πολιτικά μηνύματα, τα βάσανα της απώλειας και τον καημό του έρωτα.

Το 1914 ανέβασε την πρώτη του παράσταση στο καφενείο «Το Σουφλί» (προφανώς ιδιοκτησίας κάποιου Εβρίτη καφετζή) ένα από τα πιο ιστορικά σημεία της πόλης, κοντά στο Σιντριβάνι, στη γωνία μεταξύ των οδών Εγνατία και Εθνικής Αμύνης, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Άσυλο του Παιδιού.
Σύμφωνα με την έρευνα του φιλόλογου-ερευνητή του θεάτρου σκιών, Θανάση Κουτσογιάννη, «Το Σουφλί» περιγράφεται από τον τύπο της εποχής ως «λαμπρόν και ωραίον», «δροσόλουστο και ρομαντικότατο, με δέντρα και πρασινάδα αφθονότατη και καλοπεριποιημένη».
«Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους χώρους για τα λαϊκά θεάματα (κυρίως κουκλοθέατρο και Καραγκιόζη) στη Θεσσαλονίκη κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και είναι ο μοναδικός όπου με βεβαιότητα έχουμε παραστάσεις Καραγκιόζη πριν την απελευθέρωση», λέει στη Voria ο κ. Κουτσογιάννης.
Ο Χαρίλαος Πετρόπουλος έφερε μια σημαντική καινοτομία στο θέατρο σκιών κι αυτή δεν ήταν άλλη από την εναλλαγή των σκηνικών του μπερντέ, την οποία πέτυχε χάρη στα πανιά που ανεβοκατέβαιναν.
Μεγάλα χασαπόχαρτα στην είσοδο πληροφορούσαν την «αξιότιμην πελατείαν» για την «θεαματική και αλησμόνητη» παράσταση, ενώ το εισιτήριο κόστιζε 7,5 δραχμές.
Το θέαμα συνοδευόταν από αναψυχκτικά της εποχής, λεμονάδες, γκαζόζες, σινάλκο, αλλά και ουζάκι με μεζέ. Τρία κουδουνίσματα και ο Πετρόπουλος έκανε θεαματική είσοδο με την ατάκα «Αβάντι μανέστρο, έξω φτώχεια, μέσα λόρδα!».

Το μεγάλο θέατρο των 1.000 θέσεων
Η πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη αγάπησε τον Καραγκιόζη και αποθέωσε τον Πετρόπουλο. Οθωμανοί, Έλληνες, Εβραίοι, Φράγκοι ανακάλυψαν ένα νέο είδος διασκέδασης, λαϊκό μεν, ευχάριστο δε και άλλοι από περιέργεια, άλλοι λόγω της φήμης του και οι περισσότεροι λόγω του φτηνού εισιτηρίου, γέμιζαν «Το Σουφλί».
Ο καραγκιοζοπαίκτης έπιασε το νόημα και σύντομα μετακινήθηκε σε έναν χώρο μεγαλύτερο, τον οποίο έφτιαξε όπως ήθελε. Το «Θέατρο του Χαρίλαου» έγινε σημείο αναφοράς κατά τη δεκαετία του 1920. Βρισκόταν στην ίδια περιοχή, ακριβώς απέναντι από το σημερινό κτήριο της Παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής -εκεί όπου βρίσκεται το πάρκο- δίπλα στο τότε Β΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο (σήμερα Γεώργιος Γεννηματάς).
Το «Θέατρο του Χαρίλαου» ξεκίνησε τη λειτουργία του την Άνοιξη του 1920, ήταν πολύ μεγάλο και σύμφωνα με την έρευνα του κ. Κουτσογιάννη, χωρητικότητας άνω των 1.000 θέσεων.

Ο Καραγκιόζης, ο Χατζηαβάτης, ο Πασάς, ο Μπαρμπαγιώργος και η Βεζιροπούλα παρήλαυναν στο πανί από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο -αν το επέτρεπε ο καιρός και τον Οκτώβριο- σκορπώντας άφθονο γέλιο. Κι όταν η παράσταση χρειαζόταν περισσότερες φωνές, ο Χαρίλαος Πετρόπουλος καλούσε τους κανταδόρους της Καμάρας και στο λεπτό αυτοσχεδίαζαν. Λέγεται, πως είχε 2.000 φιγούρες και μερικοί τίτλοι των παραστάσεών του που έχουν σωθεί είναι: «Δηµοτικαί Εκλογαί», «Ο Καραγκιόζης Επίστρατος», «Ο Καραγκιόζης Σουλτάνος», «Το Συλλαλητήριοντων Γυναικών», «Η ανάσταση του Καραγκιόζη», «Αι βουλευτικαί εκλογαί», «Ο αποσπασματάρχης», «Μέγας σουλτάνος», «Αντίοχος ο μακεδών», «Το στρατοδικείον», «Ο Καραγκιόζης δικτάτωρ», «Ο δον Ηλίας κολοκύθας», «Τοκογλύφον», «Ο παλαιοπώλης και τα συνοικέσια». Ο Χαρίλαος Πετρόπουλος με την μπάσα φωνή και μια γλώσσα που «κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει» σκορπούσε άφθονο γέλιο, ψυχαγωγούσε, διασκέδαζε, ξεσήκωνε το κοινό και σαν έπαιζε η φωνή του ακούγονταν ως τις ντάπιες του Γεντί Κουλέ και στη βόλτα της παραλίας.
Δυστυχώς πάντως δεν έχει σωθεί κάποιο κείμενό του και λέγεται πως όταν γύρω στο 1941 μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα, η σπιτονοικοκυρά του καθάρισε το δωμάτιο, όπου έμενε, με πετρέλαιο και έκαψε στην αυλή τις εκατοντάδες φιγούρες που είχε αφήσει, επειδή είχαν γεμίσει κοριούς.

«Για το παιδικό κοινό είχε τοποθετήσει, κοντά στη σκηνή, ξεχωριστούς πάγκους και πιο δίπλα άλλους για τους τραυματίες του απέναντι νοσοκομείου, οι οποίοι παρακολουθούσαν δωρεάν τις παραστάσεις του», γράφει ο Θανάσης Κουτσογιάννης, στο βιβλίο του που με τίτλο «Καθ΄εσπέραν θριαμβεύει-Το θέατρο σκιών στη Θεσσαλονίκη 1900-1940», αποτελεί την πρώτη καταγραφή του λαϊκού αυτού θεάματος για την πόλη -άλλωστε και το διδακτορικό του συγγραφέα στο τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ αφορά τον Καραγκιόζη.
«Το 1928 υπήρξε κρίσιμη χρονιά για το Θέατρο του Χαρίλαου και καμπή για το θέατρο σκιών της Θεσσαλονίκης γενικότερα. Αν και την άνοιξη ο χώρος ανακαινίστηκε και η σεζόν ήταν γεμάτη παραστάσεις μέχρι το φθινόπωρο, αυτή θα είναι η τελευταία του. Έτσι, δεν κλείνει απλώς ένας εμβληματικός χώρος-στέκι του Καραγκιόζη, αλλά σβήνει οριστικά και το μοναδικό σημείο αναφοράς του στη Θεσσαλονίκη και μαζί του κλείνει τον κύκλο της μια ολόκληρη εποχή», γράφει ο κ. Κουτσογιάννης.
Από το καλοκαίρι του 1929 τη θέση του μπερντέ πήρε το πανί του κινηματογράφου και ο χώρος λειτούργησε ως θερινό σινεμά με το όνομα Σινέ Χαρίλαος ή Πρώην Χαρίλαος. Τη δεκαετία του 1930 μετονομάστηκε σε Σινέ Έσπερος και αργότερα λειτούργησε με το ίδιο όνομα ως θερινό θέατρο μέχρι την Κατοχή όταν και το έκλεισαν οριστικά οι Γερμανοί κατακτητές.
Ο Καραγκιόζης πριν την απελευθέρωση
Πριν τον Χαρίλαο Πετρόπουλο και πριν την έλευση του θεάτρου σκιών με τη μορφή που το γνωρίζουμε ως σήμερα, στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν παραστάσεις Καραγκιόζη, του αθυρόστομου όμως ήρωα που ήρθε από την Ανατολή και ειδικά από τουρκικές περιοχές.
Ο Ιωσήφ Νεχαμά στο τρίτομο έργο του «Ιστορία των Ισραηλιτών της Σαλονίκης» αναφέρεται στην καθημερινή ζωή της κοινότητας και κάνει αναφορά στον εβραϊκό Καραγκιόζη, περιλαμβάνοντάς τον στις μορφές ψυχαγωγίας των Εβραίων της πόλης τον 19ο αιώνα.
«Ο Εβραίος πηγαίνει μετά χαράς στο καφενείο όπου βρίσκεται ο μπερντές, η οθόνη όπου παρελαύνουν οι σκιές του τουρκικού θεάτρου. Ευχαριστιέται με τις σκωπτικές και δηκτικές σκηνές ανάμεσα στους δύο κουμπάρους, τον Καραγκιόζη και τον Χατζηαβάτη, που η σκούφια τους κρατάει από τη μακρινή Περσία...Αυτό το υπαίθριο θέατρο χωρίς στολίδια, χωρίς περίπλοκες σκηνογραφίες, μέσα από τους μύθους, μέσα από τους θρύλους του με παντομίμες και ομιλίες, μέσα από τα κωμικά ανέκδοτά του, παρουσιάζει πτυχές της ζωής που αγγίζουν συχνά το μεγάλο δράμα, την υψηλή ποίηση και την πιο βαθιά σκέψη», γράφει ο Νεχαμά.

Αυτό ακριβώς ήταν κι ο Καραγκιόζης του Πετρόπουλου, αν εξαιρέσει κανείς τη βωμολοχία που παρουσιάζοταν πιο... εκλεπτυσμένη. «Ένας χωριάτης, αμαθής, χωρίς ηθικούς περιορισμούς, μάλλον κυνικός και με ροπή στο ξεφάντωμα, που περιπαίζει με τα καμώματά του θεούς κι ανθρώπους», κατά τον κ. Κουτσογιάννη.
Ας ευθυμήσουμε....
Θα με δείρεις, θα με δείρεις, θα κουραστείς, θα ιδρώσεις, θα αρρωστήσεις και στο τέλος θα πεθάνεις.
Η αφέλεια στις ατάκες του Καραγκιόζη αντιπροσώπευε το λαϊκό αίσθημα και οι θεατές ταυτιζόταν με έναν ήρωα που μιλούσε όπως εκείνοι, σκεφτόταν όπως εκείνοι, δρούσε και αντιδρούσε όπως εκείνοι.
Πασάς: Δε μου λες είσαι παντρεμένος?
Καραγκιόζης: Μάλιστα..
Πασάς: Έχεις γυναίκα?
Καραγκιόζης: Εμ τι θες να'χω... καδρόνι??
Ουδείς βεβαίως Σαλονικιός θα τολμούσε απαντήσει έτσι σε έναν Οθωμανό αξιωματούχο, πολλώ δε μάλλον στον πασά, αλλά αφού το είπε ο Καραγκιόζης, το κοινό μπορούσε να φχαριστηθεί και να γελάσει με την ψυχή του χωρίς συνέπειες.

Μια φιγούρα που προστέθηκε αργότερα στο θέατρο σκιών είναι ο Ταχήρ Μπέης, ένας Οθωμανός αστός, που αντιπροσωπεύει την ανώτερη κοινωνική τάξη, είναι ηθικό στοιχείο και καλός οικογενειάρχης.
Ταχήρ: Πού γεννήθηκες?
Καραγκιόζης: Στο σπίτι μου.
Ταχήρ: Και το σπίτι σου πού είναι?
Καραγκιόζης: Εκεί που το χτίσαν οι μαστόροι.
Ταχήρ: Οι μαστόροι πού το χτίσανε?
Καραγκιόζης: Εκεί που τους είπε ο πατέρας μου.
Ταχήρ: Ο πατέρας σας πού τους είπε?
Καραγκιόζης: Εκεί που του είπε η μάνα μου.
Ταχήρ: Η μάνα σας πού του είπε?
Καραγκιόζης: Εκεί που ήταν το οικόπεδο.
Ταχήρ: Το οικόπεδο πού είναι?
Καραγκιόζης: Από κάτω από το σπίτι είναι ρε. Άμα ήταν από πάνω θα το πούλαγα.
* Το βιβλίο του Θανάση Κουτσογιάννη «Καθ΄Εσπέραν θριαμβεύει - Το θέατρο σκιών στη Θεσσαλονίκη 1900-1940», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός, παρουσιάζεται την ερχόμενη Τρίτη (28/1/2025) στο βιβλιοπωλείου του Αρμού (Πρασακάκη 5, Θεσσαλονίκη) στις 18.30. Εκτός από τον συγγραφέα θα μιλήσουν οι: Άννα Σταυρακοπούλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ, Δημήτρης Κόκορης, καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφία και Παιδαγωγικής του ΑΠΘ και Τασούλα Μαρκομιχελάκη, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ.