«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα... την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά».
Όταν ο Μανώλης Αναγνωστάκης έγραφε τους στίχους αυτούς στα «Πέντε Μικρά Θέματα» το 1945 -που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης-, είχε περπατήσει πολλές φορές στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.
Σε έναν από τους πιο γνωστούς, στην Αγίας Σοφίας, είχε σίγουρα σταθεί έξω από ένα εμβληματικό κτήριο, που παρίστανε αιγυπτιακό ναό, με ανάγλυφες παραστάσεις Φαραώ και ιερογλυφικά, με κίονες και αετώματα, με εντυπωσιακή εσωτερική διακόσμηση κι ίσως αργότερα θα είχε δει και κάποια από τις γνωστές ταινίες του εγχώριου ή του διεθνούς κινηματογράφου.
Ήταν το σινεμά Διονύσια, κτήριο-κόσμημα για το κέντρο της πόλης, στον αριθμό 17 της Αγίας Σοφίας, με την εξαιρετικά ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική, που λειτούργησε από το 1926 ώς το 1970, για να κατεδαφιστεί το 1973 και στη θέση του να ανεγερθεί μια σύγχρονη πολυώροφη πολυκατοικία. Με τα σημερινά δεδομένα πρόκειται για τη δεύτερη οικοδομή, με τη γυάλινη πρόσοψη, στην αριστερή πλευρά της Αγίας Σοφίας, αμέσως μετά την Τσιμισκή.
Οι παλιοί θυμούνται τις ουρές που σχημάτιζαν καλοντυμένοι Θεσσαλονικείς έξω από το σινεμά για να δουν τον Τσάρλι Τσάπλιν στο «Χαμίνι», τη Γκρέτα Γκάρμπο στο «Σαρκ και διάβολος» κι αργότερα, όταν ο κινηματογράφος έγινε ομιλών, τους σταρ της εγχώριας και της διεθνούς 7ης Τέχνης.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Αγίας Σοφίας ήταν η οδός των γιατρών. Ανάμεσα στα πάμπολλα ιατρεία βρίσκονταν και δύο γνωστά δικηγορικά γραφεία, ένα από τα οποία ήταν του Νικόλαου Δαρβέρη.
Η οικογένεια Δαρβέρη είχε καταγωγή από τα Βέρβαινα της ορεινής Αρκαδίας και μέλη αυτής, ανάμεσά τους και ο Νικόλαος Δαρβέρης, ήρθαν στη Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωση της πόλης. Αγόρασαν μεγάλα ακίνητα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης πριν από την πυρκαγιά του 1917, μεταξύ αυτών το οικόπεδο του ιστορικού ξενοδοχείου «Σπλέντιν» στην παραλία, το οποίο κάηκε από τη μεγάλη πυρκαγιά και στη θέση του χτίστηκε το επίσης ιστορικό «Μεντιτερρανέ».
Πολιτικός, βουλευτής, εκδότης της εφημερίδας «Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος» και άνθρωπος με δραστήρια κοινωνική ζωή, ο Ν. Δαρβέρης θέλησε να προσφέρει στη Θεσσαλονίκη έναν χώρο πολιτισμού.
Το σινέ Διονύσια ξεκίνησε να χτίζεται το 1925 και τα λαμπρά του εγκαίνια έγιναν το 1926. Το κτήριο δεν θύμιζε σε τίποτα τα μεγάλα αστικά κτίσματα της Θεσσαλονίκης.
Περισσότερο έμοιαζε με αιγυπτιακό ναό και ο τύπος της εποχής έγραψε πως αποτελούσε "...το τελειότερον οικοδόμημα του είδους εν Ανατολή" εκείνη την εποχή.
Στην πλατεία και στους δύο εξώστες υπήρχαν περίπου 1.000 καθίσματα, ενώ εκτός από προβολές, στους χώρους του διοργανώνονταν και άλλα σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα, όπως μια από τις πρώτες εκθέσεις του Πολύκλειτου Ρέγκου, που θεωρείται ως «ο γενάρχης της μακεδονικής ζωγραφικής», μια που κριτικοί θεωρούν πως πριν από από αυτόν η Θεσσαλονίκη ήταν μια tabula rasa.
Όταν το κτήριο αποπερατώθηκε ο Ν. Δαρβέρης απηύθυνε μια δημόσια πρόσκληση στους αναγνώστες της εφημερίδας του και στους πολίτες γενικότερα για να βρουν ένα όνομα. Έδωσε μάλιστα ως βραβείο 1.000 δραχμές - ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή.
Το όνομα βρέθηκε, ήταν Διονύσια και τα λαμπρά εγκαίνια έγιναν στις 26 Σεπτεμβρίου 1926. Μετά την κοπή της κορδέλας και τους σύντομους χαιρετισμούς, οι καλεσμένοι παρακολούθησαν την ταινία του βωβού κινηματογράφου "Η σκλάβα της μόδας" με την σταρ της εποχής, Νόρμα Σίρερ και ζωντανή μουσική από ορχήστρα που έπαιζε δίπλα στη σκηνή.
Έκτοτε και για πολλά χρόνια, τα Διονύσια γνώρισαν μεγάλη δόξα. Οι θεατές συνωστίζονταν στα πεζοδρόμια για να εξασφαλίσουν ένα εισιτήριο, καθώς, εκτός από την πολυτέλεια που απέπνεε στο εσωτερικό, υπήρχαν και σύγχρονα για την εποχή του μηχανήματα ήχου και εικόνας, μετατρέποντας τη θέαση σε μια αξέχαστη εμπειρία.
Εκεί προβλήθηκαν για πρώτη φορά ταινίες όπως «Η εύθυμη χήρα» και «Το χαμίνι» με τον Τσάρλι Τσάπλιν, «Μπαμπάς με το στανιό» με τη Λίλιαν Χάρβεϊ, «Σαρξ και διάβολος» με τη Γκρέτα Γκάρμπο κ.ά.
Τον Φεβρουάριο του 1929 η Θεσσαλονίκη έζησε στα Διονύσια ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Την προβολή της πρώτης ομιλούσας ταινίας, που δεν ήταν άλλη από τη μουσική ταινία «Ο τρελός τραγουδιστής» με τον Αλ Τζόνσον. Για τους θεατές η αίσθηση του να ακούν τους ηθοποιούς να μιλούν μπροστά τους ήταν πρωτόγνωρη και στο τέλος ξέσπασαν σε θερμά χειροκροτήματα. Το εισιτήριο κόστιζε περίπου 20 δραχμές και για αρκετές μέρες η προβολή ήταν... sold out - όπως θα λέγαμε με σύγχρονους όρους.
Πριν από αυτό όμως τα Διονύσια, ως η καλύτερη αίθουσα εκδηλώσεων, γνώρισαν μια άλλη σημαντική στιγμή στην ιστορία τους και στην ιστορία της πόλης. Την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου του 1927 ο Κωστής Παλαμάς μίλησε στην κεντρική αίθουσα, με αφορμή την ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη της πόλης. Το 1926 ο Παλαμάς συμπλήρωνε 50 χρόνια ποιητικής δημιουργίας και σε όλη τη χώρα έγιναν μια σειρά από εκδηλώσεις εκείνη τη χρονιά και την επόμενη. Για τη βράβευση της Θεσσαλονίκης πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε ο φίλος του και σπουδαίος μουσικός Αιμίλιος Ριάδης.
Το παρασκήνιο της εποχής, όπως το διέσωσε ο Γιώργος Βαφόπουλος, λέει πως η πρόσκληση στον Παλαμά έγινε ως αντίδραση στον καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιάννη Αποστολάκη, ο οποίος στα μαθήματά του για τον Διονύσιο Σολωμό δεν έχανε την ευκαιρία να ρίχνει φαρμακερά βέλη εναντίον του Παλαμά.
Όπως και να 'χει η απόφαση του δημάρχου, Μηνά Πατρικίου, έγινε αποδεκτή, η τελετή στέφθηκε με επιτυχία και μια λαοθάλασσα κατέκλυσε το κέντρο της πόλης για να δει τον ποιητή.
«Η πλατεία του κινηματογράφου είχε γίνει μια ανθρωποθάλασσα και τα θεωρεία έμοιαζαν με τσαμπιά από ανθρώπινο σταφύλι. Πάνω στη σκηνή καθόταν ο ποιητής με τη συνοδεία του. Και αφού έγινε μια προεισαγωγική ομιλία για τον τιμώμενο και το έργο του, από τον λόγιο φαρμακοποιό, ποιητή και δημοτικό σύμβουλο Δέξιππο Αντωνιάδη, κι ύστερα από την προσφορά των δάφνινων στεφανιών από του Πανεπιστημίου δια χειρός του Νίκου Σφενδόνη, των σχολείων και άλλων οργανώσεων, μίλησε στερνά ο Παλαμάς. Το τέλος της ομιλίας του ήταν η αποθέωση του ποιητή. Μέσα στην αίθουσα κι έξω στον δρόμο ο κόσμος τον επευφημούσε ζωηρά…», έγραψε ο Γ. Βαφόπουλος.
Τα Διονύσια συνέχισαν την επιτυχημένη τους πορεία και στη δεκαετία του 1930 ο Ν. Δαρβέρης συνεργαζόταν με τη μεγαλύτερη εταιρεία διανομής κινηματογραφικών παραγωγών της Γερμανίας, την Universum Film AG (UFA) προσφέροντας ταινίες πρώτης προβολής με κινηματογραφικούς αστέρες του Χόλιγουντ, όπως η Μάρλεν Ντίντριχ, η Μάρθα Ένγκερ, ο Βίλι Φριτς.
Στη διάρκεια της Κατοχής οι Γερμανοί επίταξαν τον κινηματογράφο και τον μετονόμασαν σε «Soldaten Kino Victoria». Προσέφερε θεάματα, διασκέδαση και ψυχαγωγία για τους Γερμανούς στρατιώτες και η είσοδος στους κατοίκους της πόλης απαγορευόταν.
Μεταπολεμικά ο κινηματογράφος έκανε στροφή προς το ελληνικό σινεμά που γνώριζε τότε μεγάλη άνθηση και οι ουρές των θεατών έφταναν μέχρι την Τσιμισκή. Μάλιστα όσοι δεν κατάφερναν να αγοράσουν έγκαιρα εισιτήριο, περίμεναν καρτερικά να μάθουν την υπόθεση από όσους είχαν ήδη παρακολουθήσει την ταινία.
Οι χώροι πάνω από τον κινηματογράφο είχαν διάφορες χρήσεις. Προπολεμικά εκεί στεγαζόταν η Ένωσις Συντακτών και μετά το 1950 η Λέσχη Τραπεζικών Υπαλλήλων και το γυμναστήριο του Συμεών Μαυροσκούφη, ο οποίος αποτέλεσε διεθνής διαιτητής μπάσκετ και μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής καλαθοσφαίρισης.
Ο επίλογος της ιστορίας του κινηματογράφου Διονύσια γράφτηκε το 1970, όταν έκλεισε για πάντα. Ήταν η εποχή που η τηλεόραση άρχισε να μπαίνει στα σπίτια και το σινεμά έπεσε σε δυσμένεια.
Λίγο αργότερα κατεδαφίστηκε το εντυπωσιακό οικοδόμημα και το 1973 ανεγέρθηκε στη θέση του ένα πολυώροφο κτήριο, με γυάλινη πρόσοψη, αρκετά παράταιρο στη φυσιογνωμία της περιοχής, που στεγάζει κυρίως γραφεία και εταιρείες.
Ο Ν. Δαρβέρης δεν είδε την πτώση του εγχειρήματός του. Για την ακρίβεια δεν έζησε παρά μόνον ένα μέρος της μεγάλης του ακμής.
Άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 67 ετών, μέσα στη Βουλή, όπου είχε εκλεγεί βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, από ανακοπή καρδιάς, μόλις ολοκλήρωσε μια σημαντική αγόρευσή του.
Πηγή φωτογραφιών:
1) Αρχείο Ν. Πολίτη, από την έκδοση "Η διαδρομή της μνήμης:Τσιμισκή-Αγίας Σοφίας-Διαγώνιος", Γ. Αναστασιάδης, Ε. Χεκίμογλου, University Studio Press
2) Αρχείο saloni.ca