Από τη στιγμή που μπήκε μαζικά στη ζωή των ανθρώπων η κινούμενη εικόνα, αρχικά ο κινηματογράφος, μετά η τηλεόραση και, πλέον, τα πολυμέσα, το ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα, ο κανόνας λέει ότι τη δύναμή της την αξιοποιούν όλες οι άλλες δραστηριότητες για να προβληθούν και να επιβληθούν. Με την έλευση των κινούμενων πλάνων η διαδικασία γνωστοποίησης -για παράδειγμα- καλλιτεχνικών έργων άλλαξε. Το από στόμα σε στόμα δεν αντικαταστάθηκε, αλλά πλέον οι πληροφορίες κυκλοφορούν μέσω κάποιας οθόνης και όχι «ζωντανά», όπως συνέβαινε μέχρι τότε. Ειδικά για τη μουσική της εικόνας προηγήθηκε ο ήχος, η ηχογράφηση και η ραδιοφωνική μετάδοση, που έκαναν ορισμένα τραγούδια πασίγνωστα και εκτόξευσαν την εμβέλεια και την αξία μουσικών, δημιουργών κι ερμηνευτών.
Σε αυτούς τους γενικούς κανόνες της επικοινωνίας, που εδραιώθηκαν τον 20ο αιώνα και συνεχίζουν να είναι αποδεκτοί και να εφαρμόζονται, υπάρχουν οι εξαιρέσεις που τους επιβεβαιώνουν. Διότι ασφαλώς τα πάντα μεταφράζονται με εμπορικούς όρους, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που ξεφεύγουν από αυτό το στενό πλαίσιο και φτάνουν να θεωρούνται κοινωνικά φαινόμενα με πολλές προεκτάσεις.
Μία από αυτές τις εξαιρέσεις στην Ελλάδα είναι ο Στέλιος Καζαντζίδης, η βιογραφία του οποίου -ή εν πάσει περιπτώσει ένα σημαντικό τμήμα της ζωής του- προβάλλεται εδώ και δύο ημέρες στους κινηματογράφους. Την ταινία σκηνοθέτησε κατά παραγγελία ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος κι έχει τον τίτλο «Υπάρχω», από το ομώνυμο εξαιρετικά δημοφιλές τραγούδι του 1975. Άσχετα από το πόσο καλή είναι η ταινία ή πόσος κόσμος θα την παρακολουθήσει ή τι κριτικές θα γραφτούν -όλα αυτά μένει να φανούν- το απολύτως βέβαιο είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση ο κινηματογράφος αναζητά στήριξη από ένα πρόσωπο του τραγουδιού, ο μύθος του οποίου είναι τόσο μεγάλος, που μάλλον δεν υπάρχουν περιθώρια ενίσχυσής του μέσω μιας ταινίας. Ο Στέλιος Καζαντζίδης ανήκει στα πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας που η μνήμη, η εικόνα και οι δημόσιες καταθέσεις του -δηλαδή τα τραγούδια που άφησε ηχογραφημένα- θεμελιώθηκαν απευθείας στην κοινωνία. Χωρίς διαμεσολαβητές. Και με την ιδιαιτερότητα της πολύχρονης απουσίας του από τις ζωντανές εμφανίσεις, από τις οποίες αποσύρθηκε το 1966, περί τα 35 χρόνια πριν τον θάνατό του το 2001.
Ανεξάρτητα από το αν σε κάποιον αρέσει ή όχι η φωνή του, τα τραγούδια του, το ύφος του -στη μουσική ορισμένα πράγματα είναι υποκειμενικά και θέμα γούστου- κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Καζαντζίδης υπήρξε -και παραμένει- φαινόμενο. Τόσο ως προς τις φωνητικές του δυνατότητες -όλοι οι μετέπειτα τραγουδιστές και δημιουργοί όταν μιλούν για τη φωνή και την έκφρασή του κυριολεκτικά υποκλίνονται-, όσο και ως προς την έκταση, το βάθος και το πλάτος της απήχησής του, τα οποία ο χρόνος δεν έχει καταφέρει ούτε να θολώσει, ούτε να γκριζάρει, ούτε να σκονίσει. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί σύλλογοι με το όνομά του, αγάλματα, μέχρι και φωτογραφίες σε εικονοστάσια παραμένουν ευλαβικά.

Αυταπόδεικτα αυθεντικός
Προφανώς η καλλιτεχνική αξία, αυτό που λέμε ταλέντο ή δώρο Θεού, και η μεγάλη απήχηση είναι αλληλένδετα. Η μεγάλη φωνή, που για να πείσει και να ξεχωρίσει αξιοποιεί υποχρεωτικά και ψυχικές δυνάμεις του ανθρώπου που την έχει, «σκάει» σαν δυναμίτης στην κατάλληλη συγκυρία. Στη μεταπολεμική Ελλάδα της μετάβασης από την αγροτική φυσιογνωμία στην αστικοποίηση. Τότε που ένα μεγάλο κομμάτι της χώρας αναστέναζε με την ανάσα του Στέλιου στα σφαιριστήρια, στα στρατόπεδα, στα γιαπιά, στα μηχανουργία, στα πεζοδρόμια, στις ταβέρνες και πιο μακριά, στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές.
Επιπροσθέτως ο Καζαντζίδης αποδείχθηκε αυθεντικός, καθώς πιστεύει και ταυτίζεται με όσα ερμηνεύει. Ακόμη και στις περιπτώσεις -υποθετικά μιλώντας-, που και ο ίδιος καταλάβαινε τις υπερβολές του, όπως για παράδειγμα το δραματικό στήσιμο της φωνής του και τη θεματολογία για τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και την ξενιτιά. Το γεγονός και μόνο ότι απουσιάζοντας επί 35 χρόνια από ζωντανές εμφανίσεις, από νυχτερινά κέντρα και μεγάλες συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, γύρισε την πλάτη σε πάρα πολλά χρήματα, τα οποία ακόμη και οι πιο χρυσοπληρωμένοι Έλληνες τραγουδιστές βλέπουν με τα… κιάλια, δείχνει πολλά για τη νοοτροπία και τον χαρακτήρα του. Κάτι που -ενδεχομένως υποδόρια- πέρασε σε πολύ κόσμο, που αν και αγαπάει και ακούει τα λαϊκά τραγούδια έχει βαρεθεί να βλέπει δήθεν λαϊκούς τραγουδιστές και συνθέτες να πλουτίζουν αδιανόητα. Να τραγουδούν τα βράδια για τη φτώχεια και τους καημούς της, αλλά να ζουν τη μέρα ως… κροίσοι. Ασφαλώς οι άνθρωποι αυτοί εξαργυρώνουν την απήχησή τους με όρους αγοράς και καλά κάνουν, αφού έτσι αισθάνονται. Ούτε κλέβουν με φορολογικούς όρους -ή κι αν φοροδιαφεύγουν είναι ζήτημα δικό τους και της εφορίας-, ούτε παρανομούν. Για τους ίδιους η -κατά κάποιον τρόπο- ασυνέπεια λόγων και έργων «γεφυρώνεται» από τις έννοιες δουλειά -πρώτα τα φέρνω και μετά τα παίρνω- και υποχρεώσεις -σε αυτή τη ζωή δεν είμαστε μόνοι, υπάρχουν οικογένειες, παιδιά και ανίψια με ανάγκες. Συνηθισμένες ιστορίες. Σχεδόν καθημερινές για το ελληνικό λαϊκό τραγούδι, που επί δεκαετίες αποθεώνει πολλούς, λιγότερο ή περισσότερο άξιους, αλλά εντελώς ξένες με την περίπτωση Καζαντζίδη, ο οποίος όταν εγκατέλειψε τις ζωντανές εμφανίσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1960 οι αμοιβές των τραγουδιστών ήταν πιο… λογικές από ό,τι αργότερα, μέχρι και σήμερα.
Χωρίς σχέδιο ή πρόγραμμα
Όποιοι γνώρισαν τον Καζαντζίδη διαβεβαιώνουν ότι η συμπεριφορά του απέναντι στο τραγούδι, τη δουλειά, τη φήμη, τους θαυμαστές υπήρξε αυθόρμητη. Ενστικτώδης έως πρωτόγονη. Τίποτα δεν έγινε με σχέδιο ή πρόγραμμα. Είναι σαφές ότι κάποιος άλλος μικρότερης αξίας τραγουδιστής με τέτοιες πολύχρονες αποχές από τη δισκογραφία και τις ζωντανές εμφανίσεις θα είχε εξαφανισθεί από… καλλιτεχνικού προσώπου γης. Θα είχε ξεχαστεί. Ο χρόνος αφήνει πίσω του όσους δεν τον κυνηγούν και οι περισσότεροι άνθρωποι ξεχνούν εύκολα και αλλάζουν κατευθύνσεις. Ο Στέλιος Καζαντζίδης αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικός σε όλα αυτά, πολύ πριν οι παραγωγοί της ταινίας «Υπάρχω» την σχεδιάσουν και την αναθέσουν στον σκηνοθέτη Γ. Τσεμπερόπουλο. Σε επίπεδο σεναρίου άλλωστε ο ίδιος ο Καζαντζίδης πρέπει να τους διευκόλυνε, αφού έχει διηγηθεί τη ζωή του σε πολλά βιβλία και τηλεοπτικές εκπομπές. Από εκεί και πέρα οι απαιτήσεις που μπορεί να έχει κάποιος από μια ταινία – βιογραφία ενός μεγάλου ερμηνευτή μάλλον δεν μπορούν να είναι υπερβολικές. Διότι αυτό που οδηγεί κάποιον καλλιτέχνη στο επίπεδο του θρύλου συνήθως δεν είναι ορατό στα μάτια, ούτε προσεγγίσιμο από τους άλλους. Εντάξει η ζωή του Καζαντζίδη μέσα από κάποια πρόσωπα και κάποια στιγμιότυπα. Μέχρι εκεί…
Υ.Γ.1: Το τραγούδι που έδωσε τον τίτλο στην ταινία με τη ζωή του Καζαντζίδη, το «Υπάρχω» των Νικολόπουλου – Πυθαγόρα ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε το 1975. Πάνω στη φούρια της μεταπολίτευσης, το σάουντρακ της οποίας έγραψαν τα πολιτικά τραγούδια. Ο Θεοδωράκης, τα εμβατήρια, τα αντάρτικα και οι θηριώδης γηπεδικές συναυλίες. Άντε και κάποια ροκ τραγούδια του Ντύλαν, της Μπαέζ και των μεγάλων διεθνών συγκροτημάτων Παρ’ όλα αυτά ο δίσκος «Υπάρχω» σάρωσε και η τηλεοπτική του μετάδοση έφτασε για να ερημώσει τους δρόμους της Ελλάδας. Λεπτομέρειες της ιστορίας, που αξίζει να υπογραμμιστούν…
Υ.Γ.2: Αποτέλεσαν τα θεμέλια του λαϊκού τραγουδιού στο πεδίο της ερμηνείας. Ο Καζαντζίδης εξέφρασε την εποχή του, με όλη την υπερβολή που δικαιολογεί μια τέτοια διαδικασία. Σε αντιπαραβολή με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο οποίος ήταν η εποχή του. Ζωγράφισε και μετέδωσε αισθήματα με την ακρίβεια μοιρογνωμόνιου.