Κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο. Το σύνθημα αυτό της Χούντας και του ανεκδιήγητου τότε Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού Ασλανίδη, εμπεριέχει μία νοοτροπία που στην Ελλάδα είναι βαθύτατα ριζωμένη, καθώς σχετίζεται με δύο αξιώματα, που αν και αποδεδειγμένα είναι λανθασμένα παραμένουν δημοφιλή:
Πρώτον, ότι η ισότητα των πολιτών έναντι του κράτους και του κράτους έναντι των πολιτών έχει ισοπεδωτικά χαρακτηριστικά. Κάτι που σημαίνει ότι ο κάτοικος της Θάσου και της Σαμαρίνας πρέπει να έχει όχι απλώς ίσες δυνατότητες και ευκαιρίες με έναν κάτοικο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά ακριβώς τις ίδιες προσλαμβάνουσες και το αντίστροφο.
Δεύτερον, ότι η περιφερειακή ανάπτυξη και ο δίκαιος διαμοιρασμός του πλούτου πρέπει να είναι αυτοσκοπός -κατά το γνωστό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»- και όχι το αποτέλεσμα μια ορθολογικής και παραγωγικής πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής διεργασίας.
Η πρόσφατη τοποθέτηση του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια στη Βουλή για την αναδιάρθρωση του χάρτη των στρατοπέδων της χώρας επανάφερε στο προσκήνιο ένα βαθύ οργανωτικό πρόβλημα της χώρας, που δεν αφορά μόνο τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και την ανώτατη εκπαίδευση, όπως και τη δημόσια υγεία. Και αν στον στρατό κυκλοφορεί ως δικαιολογία, για ό,τι στραβό και ανάποδο συμβαίνει, το ρητό «εκεί που σταματά η λογική αρχίζει ο στρατός», για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την υγεία δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Διότι ο κ. Δένδιας είπε ορισμένα απλώς αυτονόητα πράγματα: Ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει 800 στρατόπεδα, περισσότερα από όσα έχουν οι ΗΠΑ. Ότι πολλά από αυτά παραμένουν απλώς στα χαρτιά, ένα από τα 800 αποτελείται μόνο από έναν φούρνο. Ότι πολλά στρατόπεδα που βρίσκονται στις μεγάλες πόλεις και μακριά από τα σύνορα φιλοξενούν περισσότερους αξιωματικούς και έφεδρους απ’ όσους η δυναμικότητά τους, ενώ αντίθετα τα απομακρυσμένα στρατόπεδα των συνόρων είναι υποστελεχωμένα.
Ο καθένας από εμάς αντιλαμβάνεται ότι οι λόγοι που διαμορφώνουν έναν τέτοιο χάρτη δεν έχουν σχέση με την αμυντική δυνατότητα της χώρας, ούτε με την εκπαίδευση των στρατεύσιμων, αλλά εξυπηρετούν συγκεκριμένους αλλότριους σκοπούς. Εξυπηρετούν τις δημόσιες σχέσεις όσων ρυθμίζουν τις μετακινήσεις εντός των Ενόπλων Δυνάμεων και ταυτόχρονα ικανοποιούν τα ρουσφέτια και τα βύσματα όσων θέλουν να υπηρετούν κοντά στα σπίτια τους και σίγουρα μακριά από τα σύνορα. Παράλληλα η λειτουργία στρατοπέδων στην ενδοχώρα εξυπηρετεί την οικονομική τόνωση της κάθε περιοχής, αφού οι οικογένειες των αξιωματικών ζουν και ξοδεύουν στην περιοχή, ενώ και οι έφεδροι παίρνουν εξόδους και επίσης ξοδεύουν στα καφέ και τα μπαρ της περιοχής ή διανυκτερεύουν στα ξενοδοχεία της κάθε επαρχιακής πόλης. Δηλαδή, ένα κομμάτι της αμυντικής πολιτικής της χώρας χαράσσεται και υλοποιείται με βάση τα έσοδα των επιχειρήσεων εστίασης και φιλοξενίαςκάθε περιοχής, δηλαδή με βάση στενά, στενότατα τοπικιστικά συμφέροντα. Κι αυτό σε μια χώρα, οι πολιτικές ηγεσίες και ο λαός της οποίας αναγνωρίζουν ότι λόγω της ύπαρξης της επιθετικής και επεκτατικής Τουρκίας στα ανατολικά σύνορα, η δημιουργία, συντήρηση και γενναία χρηματοδότηση ισχυρών ενόπλων δυνάμεων, ακόμη και εις βάρος άλλων ουσιωδών αναγκών, είναι αναπόφευκτη.
Τα ΑΕΙ της περιφέρειας
Δυστυχώς και η ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα δεν ακολούθησε την ορθολογική -και αποτελεσματική σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο- μέθοδο της συγκρότησης ισχυρών και πολυπληθών πανεπιστημίων, που λειτουργούν ως δυναμικό σύνολο που εξελίσσεται και αναπτύσσεται με βάση και την αλληλεπίδραση. Αντίθετα επελέγη η διασπορά σχολών και τμημάτων σε μικρές πόλεις και κωμοπόλεις με ξεκάθαρα μικροπολιτικό, ψηφοθηρικό και οικονομικό σκεπτικό.
Σε μια πόλη 20.000 κατοίκων ακόμη και 200 φοιτητές είναι σε θέση να τονώσουν την κοινωνία και -κυρίως- την οικονομία της περιοχής. Με τις νοικιασμένες γκαρσονιέρες, με την κατανάλωση στα σούπερ μάρκετ, με την ενίσχυση των καφέ, των μπαρ και κάθε ταβέρνας της πόλης. Είναι δεδομένο -για παράδειγμα- ότι στις μικρές και τις πολύ μικρές πόλεις που από τη δεκαετία του 1980 η πολιτεία άρχισε να… σπέρνει ανώτατα και ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα -πανεπιστήμια, τμήματα πανεπιστημίων και τα αλησμόνητα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα- αυξήθηκε η οικοδομική δραστηριότητα με προσανατολισμό την κατασκευή μικρών διαμερισμάτων και βασική στόχευση τους φοιτητές. Διότι πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς τη διαχρονικά παντελή αδιαφορία του υπουργείου Παιδείας για τους «ιπτάμενους καθηγητές» των περιφερειακών πανεπιστημίων -πλέον με υπογραφή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές του 2019 τα ΤΕΙ δεν υπάρχουν, μετονομάστηκαν όλα σε ΑΕΙ-, οι οποίοι παρίστανται στον τόπο εργασίας τους δύο ημέρες την εβδομάδα, κάνουν μαζεμένα τα μαθήματά τους και τις υπόλοιπες ημέρες βρίσκονται στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, τόσο για επιστημονικούς, όσο και για επαγγελματικούς, οικογενειακούς και κοινωνικούς λόγους. Και σε πολλές περιπτώσεις έχουν δίκιο, αφού για έναν διδάσκοντα σε πανεπιστήμιο η συνάφεια με συναδέλφους του ιδίου αντικειμένου και η συμμετοχή σε συνέδρια, σεμινάρια και τα σχετικά είναι βασικό συστατικό της δουλειάς και της εξέλιξής του. Προκειμένου, λοιπόν, να τα βρουν αυτά επιστρέφουν συνεχώς στη μεγάλη πόλη, που στο κάτω κάτω τους επιτρέπει και την ευχερέστερη επαφή με το εξωτερικό.
Τα κοντινά νοσοκομεία
Αλλά και στο πεδίο της δημόσιας υγείας η κατάσταση είναι ανάλογη. Διότι από την εποχή που ο αείμνηστος υπουργός Υγείας των πρώτων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980 Γιώργος Γεννηματάς δημιούργησε το Εθνικό Σύστημα Υγείας επιβάλλοντας την σημαντική καινοτομία των Κέντρων Υγείας, πολύ νερό έχει κυλήσει στο αυλάκι. Κι επειδή τρώγοντας έρχεται η όρεξη η Ελλάδα «γέμισε» νοσοκομεία, τα οποία βρίσκονται ακόμη και σε απόσταση λίγων δεκάδων χιλιομέτρων μεταξύ τους. Ακόμη και σήμερα που το οδικό δίκτυο της χώρας -τόσο το εθνικό των αυτοκινητοδρόμων, όσο και το επαρχιακό- έχει βελτιωθεί, οι τοπικές κοινωνίες θεωρούν απολύτως φυσιολογικό να υπάρχουν -σε πλήρη και όχι συμπληρωματική λειτουργία- δύο ή περισσότερα νοσοκομεία σε απόσταση 20, 30, 40 ή 50 χιλιομέτρων.
Οι υποθέσεις ενός κράτους (πρέπει να) προωθούνται με βάση τον ορθολογισμό και το κοινωνικό συμφέρον, τόσο το βραχυπρόθεσμο, όσο και το μεσοπρόθεσμο, αλλά και το μακροπρόθεσμο. Το να βλέπει κανείς την επόμενη ημέρα, χωρίς να ενδιαφέρεται για την επόμενη εβδομάδα ή τον επόμενο χρόνο είναι αδιέξοδη τακτική. Η περιφερειακή ανάπτυξη και η αποκέντρωση που είναι απαραίτητες στη χώρα δεν μπορεί να βασίζονται σε έτοιμες προπληρωμένες φασόν λύσεις, που έχουν ημερομηνία λήξεως, αλλά να αξιοποιούν τις ιδιαιτερότητες, την παράδοση και τα πλεονεκτήματα κάθε περιοχής.
Η εξίσωση είναι πολυπαραγοντική, αλλά υποτίθεται ότι με την πολιτική εμπλέκονται άνθρωποι που και τα καταλαβαίνουν όλα αυτά και μπορούν να τα υπηρετήσουν. Υποτίθεται… Διότι στην πράξη, η άμυνα, η εκπαίδευση, η υγεία, ο αθλητισμός είναι σημαντικοί κοινωνικοί και οικονομικοί τομείς, η διαχείριση των οποίων έχει πολλές αδυναμίες, που οφείλονται στην ευκαιριακή και συμφεροντολογική πολιτική προσέγγιση, που έχει περιθώριο τον εκλογικό κύκλο και ορίζοντα τον επόμενο ανασχηματισμό. Με τον τρόπο αυτό κινούνται άλλοτε κάποια πρόσωπα -ως γνωστόν για την ελληνική περιφέρεια ένας ισχυρός υπουργός θεωρείται «σημαντικό περιουσιακό στοιχεία» για την περιοχή του-, ενίοτε, όμως, και ολόκληρα κόμματα.
Δυστυχώς η δεκαετία του 2010, η δεκαετία της χρεοκοπίας του κράτους και της οικονομικής κρίσης, δεν προσγείωσε τους Έλληνες πολιτικούς και πολίτες, οι οποίοι παραμένουν αφενός εγκλωβισμένοι στα προσωπικά τους προβλήματα και αδιαφορούν για τη μεγάλη εικόνα, ενώ αφετέρου αναζητούν συχνά λύσεις από το… δήθεν καλό παρελθόν. Αδιαφορώντας για το γεγονός ότι αυτές οι τακτικές δεν οδηγούν πουθενά αλλού πέρα από προβληματικές καταστάσεις και την επόμενη μεγάλη κρίση. Κάπως έτσι όσοι αντιτίθενται σε αυτή τη λογική συνήθως καταλήγουν στο περιθώριο.
Η χώρα, λοιπόν, εξακολουθεί να βαδίζει στον εύκολο δρόμο του «κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο». Διότι ακόμη και οι εξαγγελίες Δένδια για κλείσιμο στρατοπέδων θα παραμείνουν μετέωρες μέχρι να υλοποιηθούν. Ήδη ανάμεσα στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων τα στοιχήματα δίνουν και παίρνουν εάν θα προλάβει ή θα τον προλάβει κάποιος ανασχηματισμός.
Υ.Γ. Για να μη ξεχνιόμαστε: Αυτή η λογική της… ποσόστωσης στο ενδιαφέρον του κράτους, αναλόγως του πληθυσμού ή του παραγόμενου ΑΕΠ(!), είναι διάχυτη και στη Θεσσαλονίκη, όπου η αναπτυξιακή συζήτηση δεν βασίζεται σε δυνατότητες και πλεονεκτήματα, αλλά στη σύγκριση με την Αθήνα.