Skip to main content

Η χαμένη αυτοπεποίθηση της Θεσσαλονίκης και η ευκαιρία της κοινωνίας να συνδεθεί με την ιστορία της πόλης

Εάν η κοινωνία της Θεσσαλονίκης πρέπει να αναπτύξει ιστορική συνείδηση για το που ζει, κινείται και δραστηριοποιείται, η παρούσα συγκυρία είναι καλή

Η αποκάλυψη του σταθμού Βενιζέλου του μετρό, όπως και η διαμόρφωση του σταθμού Αγίας Σοφίας, που έφεραν σε κοινή θέα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, επανάφερε στο προσκήνιο την ιστορία της Θεσσαλονίκης. Μια ιστορία, που αν και είναι διαρκώς παρούσα στο κέντρο της πόλης, ταυτόχρονα παραμένει σχετικά άγνωστη και ως εκ τούτου αδικημένη. Διότι πέραν του ότι η πόλη ιδρύθηκε από τον Κάσσανδρο την περίοδο του Μακεδονικού βασιλείου και είναι από την πρώτη της ημέρα και επί 24 αιώνες αστικό κέντρο και εμπορικό σταυροδρόμι με σημαντική επιρροή στη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η ιστορία της Θεσσαλονίκης παραμένει άγνωστη στις λεπτομέρειές της, που συχνά δεν είναι και τόσο… λεπτομέρειες. Ίσως μόνο η εξολόθρευση των Εβραίων της πόλης από τους Ναζί κατακτητές στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έχει διαδοθεί ικανοποιητικά, λόγω της δραστηριότητας της Ισραηλιτικής Κοινότητας, η οποία εκπροσωπεί τους Εβραίους που διασώθηκαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους απογόνους τους. Τα βιβλία που έχουν γραφτεί και εκδοθεί για τη Θεσσαλονίκη, την ιστορία και τους ανθρώπους της, είναι πάρα πολλά, αλλά εκ του αποτελέσματος εμπειρικά συνάγεται ότι η γνώση που περιέχουν δεν έχει γίνει κτήμα των περισσότερων κατοίκων, επισκεπτών και θαυμαστών της πόλης. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι δυστυχώς η ιστορία ενός τόπου, τουλάχιστον για τους κατοίκους του, δεν διαιωνίζεται από τα βιβλία, όσο από τον προφορικό λόγο, «από τον παππού στον εγγονό» και τις εμπειρίες επί του πεδίου της καθημερινότητας.

Ο φωτισμός των μνημείων

Το τελευταίο διάστημα το υπουργείο πολιτισμού ικανοποίησε αίτημα του δήμου Θεσσαλονίκης να συμβάλλει στο φωτισμό των μνημείων Unesco της πόλης, ώστε η παρουσία τους στο αστικό περιβάλλον να γίνει εντονότερη και η επισκεψιμότητά τους να αυξηθεί. Όχι των επισκεπτών που φτάνουν στην πόλη για αναψυχή, αλλά και των Θεσσαλονικέων, οι περισσότεροι εκ των οποίων γνωρίζουν αυτά τα σημεία ως όνομα, αλλά πέραν τούτου… ουδέν. Την τελευταία 20ετία, που τα σχολεία έχουν αρχίσει να… ξεμυτίζουν από τις τάξεις και τις αυλές τους και προωθούν την εμπειρική μάθηση με επισκέψεις σε επαγγελματικούς και ιστορικούς χώρους, πολλά παιδιά στην ευαίσθητη ηλικία του δημοτικού και του γυμνασίου επισκέπτονται τα ρωμαϊκά, βυζαντινά και οθωμανικά μνημεία της Θεσσαλονίκης, αλλά αυτή η επαφή δεν συνεχίζεται στα ενήλικα χρόνια τους. Πιθανόν σε κάποιες περιπτώσεις οι επισκέψεις αυτές να λειτουργούν ως κίνητρο για περισσότερο ενδιαφέρον και γνώση επί του θέματος, αλλά -όπως διαβεβαιώνουν εκπαιδευτικοί και ξεναγοί- η μεγάλη πλειονότητα των μαθητών αντιμετωπίζει αυτές τις επισκέψεις ως… ανάπαυλα από τα μαθήματα και τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Κάτι λιγότερο από εκδρομή δηλαδή.

Η αξιοποίηση μιας ευνοϊκής συγκυρίας δεν είναι πάντα δεδομένη. Επαφίεται στον πατριωτισμό και τις ικανότητες όσων χειρίζονται τα ζητήματα. Δεν μπαίνει στον αυτόματο πιλότο, ούτε υπακούει στους νόμους της φυσικής… εξέλιξης. Εάν η κοινωνία της Θεσσαλονίκης πρέπει να αναπτύξει ιστορική συνείδηση για το που ζει, κινείται και δραστηριοποιείται η παρούσα συγκυρία είναι καλή. Διότι αφενός λόγω του μετρό, των ανασκαφών και των αρχαίων που ανακαλύφθηκαν  η συγκεκριμένη συζήτηση γίνεται, έστω επιφανειακά, ενώ αφετέρου πέραν της πιεστικής καθημερινότητας για τον καθένα, κάτι που δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ, το γενικότερο περιβάλλον ενδεχομένως επιτρέπει να προσεγγίσουμε θέματα λιγότερο πιεστικά.

Από εκεί και πέρα το ερώτημα των πολλών εκατομμυρίων ευρώ είναι με ποιους τρόπους είναι δυνατόν να επιχειρηθεί η κινητοποίηση των Θεσσαλονικέων προς την ιστορία τους, δηλαδή προς ένα είδος κοινωνικής ενδοσκόπησης. Προφανώς πρόκειται για κάτι δύσκολο, τόσο αντικειμενικά, όσο και λόγω απουσίας καλών πρακτικών και γενικότερα έλλειψης εμπειριών από το παρελθόν. Σε αντίθεση -για παράδειγμα- με την Αθήνα, όπου όλο το σύστημα εδώ και δεκαετίες προμοτάρει -και παράλληλα στηρίζεται- το ένδοξο παρελθόν της κλασσικής αρχαιότητας του Χρυσού Αιώνα του Περικλή, της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, του Παρθενώνα, του Πλάτωνα και των τραγικών ποιητών, η Θεσσαλονίκη στο δημόσιο διάλογο και την καθημερινότητα δεν υπάρχει ούτε καν ως η συμβασιλεύουσα της Κωνσταντινούπολης των Βυζαντινών χρόνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια σχετική πρωτοβουλία με τίτλο «Βυζαντινή Θεσσαλονίκη», που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια ο Εμπορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης κινείται σε… ρηχά νερά και συγχρόνως αντιμετωπίζει αντιδράσεις και… αντιρρήσεις. Δεν έχει καταφέρει καν να ενώσει δημιουργικά τους θεσμικούς και παραγωγικούς φορείς της πόλης και φυσικά δεν μπορεί να καλύψει επουδενί το κενό που υπάρχει. Άλλωστε -δικαίως μπορεί να σκεφτεί κανείς- δεν είναι δουλειά των εμπόρων της πόλης, ούτε η ανάδειξη του παρελθόντος της, ούτε η κωδικοποίηση της ιστορικής της συνείδησης.

Όλα αυτά, που κάποιοι τα θεωρούν απλώς θεωρητικά σχήματα, έχουν μεγάλη πρακτική αξία. Διότι στη Θεσσαλονίκη που χρειάζεται επιτακτικά να αναπτυχθεί και να καλύψει το χαμένο έδαφος δεκαετιών και σε αυτή τη διαδικασία ποντάρει πολλά στον τουρισμό και την εξωστρέφεια, τόσο για την οικονομική της βελτίωση, όσο και για την ανάκτηση του χαμένου κοσμοπολιτισμού της, η δημιουργική και ουσιαστική προσέγγιση της ιστορικής της διαδρομής θα λειτουργήσει και ως τονωτικό της αυτοπεποίθησης, που εδώ και δεκαετίες αναζητείται. Έτσι ώστε νέοι άνθρωποι, με ικανότητες να αναμειχθούν και πάλι στα κοινά, παραμερίζοντας τη νομενκλατούρα των ίδιων και των ίδιων προσώπων που ασχολούνται ή δήθεν ασχολούνται με τα θέματα της πόλης, χάνοντας τη μία μάχη μετά την άλλη  Επίσης είναι βέβαιο ότι η συνείδηση της ιστορικής βαρύτητας του τόπου θα συμβάλλει στην αποβολή μιας κακής νοοτροπίας, που έχει ως κορυφαία έκφραση την υπερβολική ιδιώτευση, με τα μικροσυμφέροντα να σαρώνουν τους πάντες και τα πάντα.

Χωρίς υπερβολή στη Θεσσαλονίκη τα σημεία και οι καταστάσεις υπεράνω πάσης εκμετάλλευσης είναι -για τους περισσότερους- ελάχιστα. Ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει ότι πολλά από τα προσφυγικά χαμόσπιτα της δεκαετίας του 1920 χρησιμοποίησαν ως υλικά οικοδομών μάρμαρα από τάφους των εβραϊκών κοιμητηρίων, αλλά ας πούμε ότι τότε οι στεγαστικές ανάγκες ήταν μεγάλες και πιεστικές, ενώ οι πόροι του κράτους και των ανέστιων, αμελητέοι. Σήμερα, όμως, που κανείς δεν σέβεται το δημόσιο χώρο προκειμένου να αναπτύξει τα τραπεζοκαθίσματά του, εάν είναι επαγγελματίας ή να αποθέσει τα… πάσης φύσεως απορρίμματά του, εάν είναι ιδιώτης, ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα εάν όχι η κακή -ή μάλλον ελλειμματική- νοοτροπία ενός «επαρχιώτη στην πλατεία Αριστοτέλους / μες στο ψιλόβροχο στα μέσα Δεκέμβρη»;