Skip to main content

Η μεγάλη απουσία: Πέντε πραγματικά προβλήματα έξω από τον δημόσιο διάλογο

Πέντε ζητήματα που θεωρούνται low politics, αλλά θα θέλαμε να συζητηθούν περισσότερο

Υπάρχει μια ιδιότυπη αντίφαση στον δημόσιο διάλογο της χώρας. Από τη μία πλευρά, η πολιτική συζήτηση δείχνει έντονη, φορτισμένη, συχνά οξυμένη. Όσο πηγαίνουμε προς εκλογές αυτό το φαινόμενο θα μεγεθύνεται. Από την άλλη, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι ένα μεγάλο μέρος των πραγματικών ζητημάτων που απασχολούν την καθημερινότητα των πολιτών είτε απουσιάζει είτε θίγεται επιφανειακά. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν προβλήματα. Είναι ότι πολλά από τα πιο ουσιαστικά δεν μετατρέπονται ποτέ σε κεντρικά πολιτικά επίδικα. Με άλλα λόγια στην Ελλάδα σήμερα υπάρχει μια σειρά από πραγματικά προβλήματα και ζητήματα, τα οποία απασχολούν τους πολλούς, πραγματικούς ανθρώπους – και τα οποία όμως απουσιάζουν από τον πολιτικό διάλογο. Δεν τα βλέπουμε ούτε στις προεκλογικές εξαγγελίες, ούτε στις τηλεμαχίες, ούτε στα δελτία ειδήσεων. Θεωρούνται low politics, αλλά μάλλον είναι από τα πιο σημαντικά.

Η εξήγηση για αυτήν την πραγματικότητα δεν είναι περίπλοκη. Τα ζητήματα στα οποία αναφέρομαι δεν προσφέρονται για εύκολες απαντήσεις, δεν χωρούν σε ένα νομοσχέδιο ή σε μια εξαγγελία, δεν δίνουν άμεσα μετρήσιμα πολιτικά οφέλη. Παρόλα αυτά, αυτά τα ζητήματα είναι ακριβώς εκείνα που κάνουν τη διαφορά. Χαρακτηρίζουν μια κοινωνία ως ανεπτυγμένη και την ποιότητα ζωής ως καλή, μέτρια ή άσχημη. Απαιτούν  όμως συνδυασμό πολιτικών, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, δέσμευση πόρων και, κυρίως, μια συνολική αναδιάταξη προτεραιοτήτων. Με άλλα λόγια, απαιτούν πολιτική με κόστος και ίσως είναι αυτή ακριβώς η πολιτική που σπανίζει. 

Πάμε να δούμε μερικά:

1ο ζήτημα: Η συμβατότητα επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής. Στην Ελλάδα του 2026, μια νέα οικογένεια καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε ασύμβατα ωράρια, ανεπαρκείς δομές φροντίδας και περιορισμένη προνοιακή στήριξη. Ποιος σήμερα σχολάει 13.00 και 14.00 το μεσημέρι; Ποιος μπορεί να πεταχτεί από τη δουλειά του σε 5 λεπτά στο σχολείο και από εκεί στις καθημερινές δραστηριότητες των παιδιών; Οι παιδικοί σταθμοί δεν επαρκούν, τα ολοήμερα σχολεία δεν καλύπτουν πραγματικά τις ανάγκες των εργαζομένων, ενώ το άτυπο «δίκτυο» της οικογένειας που στο παρελθόν λειτουργούσε ως υποκατάστατο έχει αποδυναμωθεί. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο κοινωνικό αλλά επηρεάζει και την οικονομία και την δημογραφία. Επηρεάζει τη συμμετοχή στην εργασία, την παραγωγικότητα, και τελικά την ίδια τη βιωσιμότητα της κοινωνίας.

2ο ζήτημα: Οι μεγάλες πόλεις μας είναι αβίωτες και τα χωριά μας «μακριά». Παρά τις κατά καιρούς παρεμβάσεις, η καθημερινή εμπειρία του πολίτη δεν βελτιώνεται ουσιαστικά ή βελτιώνεται αργά. Η σύγκριση με μια μέση ευρωπαϊκή πόλη είναι αποκαλυπτική - εκτεταμένες πεζοδρομήσεις, σοβαρές επενδύσεις δεκαετιών σε μέσα μαζικής μεταφοράς σταθερής τροχιάς, πράσινο, λειτουργικός δημόσιος χώρος. Αυτό που λέμε αστική ευφορία – ε σε μας καμία σχέση. Στην Ελλάδα οι παρεμβάσεις παραμένουν αποσπασματικές, χωρίς ενιαίο σχέδιο και χωρίς συνέχεια. Το πρόβλημα και εδώ είναι βαθιά πολιτικό. Δεν έχει αποφασιστεί ποτέ με σαφήνεια ποιο μοντέλο πόλης θέλουμε και ποιες προτεραιότητες είμαστε διατεθειμένοι να υπηρετήσουμε. Τα χωριά μας θα ήταν μια κάποια λύση αλλά και αυτά είναι μακριά. Ασύνδετα, με λίγες υπηρεσίες και παροχές για τον δυνητικό κάτοικο. Θα είχε πάντως ενδιαφέρον μια συντεταγμένη προσπάθεια αποσυμφόρησης Αθήνας και Θεσσαλονίκης υπέρ των γύρω περιοχών με άξονα το προαστιακό τρένο, ένα καλό κέντρο υγείας και δυο -τρεις υπηρεσίες. 

3ο ζήτημα: Η στέγη είναι δυσεύρετη και πολύ ακριβή. Αυτό για να είμαστε δίκαιοι συζητείται στον κεντρικό πολιτικό διάλογο αλλά νομίζω όχι με την ένταση που αναλογεί στο πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι κεφαλαιώδες και τα τελευταία χρόνια έχει οξυνθεί. Λίγα σπίτια, ακριβά, παλιές κατασκευές, μικρά, πολλή επένδυση και χρηματιστηριοποίηση της στέγης. Οι λύσεις που προτείνονται και μερικώς εφαρμόζονται δεν επαρκούν. Όταν φτάνουμε στο σημείο να δαπανούμε το 40% -50% του εισοδήματος για στέγη τότε δεν μιλάμε για στεγαστικό πρόβλημα αλλά για κρίση. Εδώ λοιπόν χρειαζόμαστε σοβαρή στεγαστική πολιτική με χοντροκομμένη παλαιού τύπου κρατική παρέμβαση. Κοινωνική κατοικία, χαμηλότοκα δάνεια, επεκτάσεις σχεδίων πόλης και κίνητρα για αγορά ακινήτων στην περιφέρεια. Τα χωριά μας, που λέγαμε πριν.

4ο ζήτημα: Η πρόνοια των ηλικιωμένων θα δοκιμάσει μέχρις ορίων όλα τα συστήματα. Οι Έλληνες γερνάμε γρήγορα και δεν γεννάμε πολλά παιδιά. Πέραν όλων των άλλων ζητημάτων, Η Ελλάδα γερνά ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι οικογενειακές δομές που παραδοσιακά απορροφούσαν το βάρος φροντίδας υποχωρούν. Τα επόμενα χρόνια, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι θα χρειάζονται υποστήριξη σε καθημερινό επίπεδο. Αυτό δεν θα είναι ένα απλό κοινωνικό ζήτημα ευαισθησίας αλλά μια επικείμενη δημοσιονομική και οργανωτική πρόκληση για το σύστημα υγείας, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ίδιες τις οικογένειες. Και όμως, παραμένει στο περιθώριο του πολιτικού διαλόγου. Στην Ιαπωνία προσπαθούσαν να εντάξουν τα ρομπότ στην υπηρεσία της φροντίδας ηλικιωμένων – τέτοιας κλίμακας και έντασης είναι το πρόβλημα. Πάντως ο συνδυασμός χαμηλά εισοδήματα, στεγαστική κρίση, ακριβές ιδιωτικές υπηρεσίες φροντίδας δεν βγαίνει και δεν μπορεί να πληρωθεί από τις γενιές που θα είναι στην παραγωγική τους φάση – millennials και gen z δεν θα μπορέσουν να σηκώσουν το βάρος. 

5ο ζήτημα: Ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής (Work-Life Balance). Η ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής αποτελεί το «ιερό δισκοπότηρο» της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Στην Ελλάδα, η επίτευξη αυτής της ισορροπίας φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες που δημοσιεύθηκαν το 2024-2025, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 20η θέση παγκοσμίως όσον αφορά την ποιότητα της ισορροπίας ζωής-εργασίας. Ενώ η θέση αυτή μοιάζει ικανοποιητική, η απόσταση από τους πρωτοπόρους είναι χαοτική. Πολλές χώρες προσφέρουν πολύ πιο γενναιόδωρες πολιτικές για γονικές άδειες και αναρρωτικές, ενώ ταυτόχρονα έχουν πολύ λιγότερες πραγματικές ώρες εργασίας. Η ελληνική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από το «σύνδρομο της επαγγελματικής εξουθένωσης» (burnout). Το 76% των εργαζομένων παγκοσμίως δηλώνει ότι το εργασιακό στρες επηρεάζει την ψυχική του υγεία, αλλά στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό επιτείνεται από την οικονομική ανασφάλεια και την ανάγκη για υπερεργασία. Οι ειδικοί ψυχικής υγείας τονίζουν ότι η αδυναμία διαχωρισμού του εργασιακού από τον προσωπικό χρόνο, ειδικά μετά την εξάπλωση της τηλεργασίας, οδηγεί σε σοβαρά προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα. 

Αυτά τα πέντε ζητήματα δεν είναι «μικρά». Θα μπορούσαν να είναι δεκαπέντε. Μικρή είναι η προσοχή που τους δίνεται. Στη θέση τους, βλέπουμε μια πολιτική που τρέφεται από την εικόνα της αντιπαράθεσης, όχι από τη λύση πραγματικών προβλημάτων. Δεν χρειάζεται μεγάλες λέξεις. Χρειάζεται να συζητήσουμε επιτέλους για το αν μπορείς να ζήσεις χωρίς να εξουθενώνεσαι, χωρίς να τρέχεις, χωρίς να φοβάσαι τον λογαριασμό του ρεύματος, μια αβαρία του ΙΧ ή ένα απρόοπτο. Δεν είναι μικρά – είναι πολύ μεγάλα γιατί απαιτούν πλέγμα δημοσίων πολιτικών. Όσο δεν τα αγγίζουμε, θα συζητάμε στα νυχτερινά πολιτικά πάνελ για την απαξίωση της πολιτικής, την αποχή, την αδιαφορία και τον κυνισμό των πολλών πραγματικών ανθρώπων. Και θα παρατηρούμε τη στενότητα του πολιτικού συστήματος.