Ξημέρωσε η Τετάρτη 17 Απριλίου (με το παλιό ημερολόγιο) του 1903 και η Θεσσαλονίκη ξύπνησε με τα κουδούνια των αμαξάδων και τους πλανόδιους πωλητές που γύριζαν στα χωμάτινα σοκάκια φωνάζοντας «χαλβάάάάά», «κουλούρι». Οι πρώτοι θαμώνες μπαίνουν στο καφενείο «Ερμής» στον σιδηροδρομικό σταθμό και ξεκινούν μια παρτίδα τάβλι κι όταν ο ήλιος ανεβαίνει πιο ψηλά, στην οδό Εγνατία κάνουν την εμφάνισή τους κυρίες με δαντελένιες ομπρέλες, μακριά φορέματα και νεαροί με φράγκικα κοστούμια που κατευθύνονται για έναν καφέ στο ζαχαροπλαστείο του Μοντιάνο. Ο Λευκός Πύργος φρουρός του Αιγαίου και των βαρυποινιτών είναι πιο σιωπηλός από ποτέ.
Στο λιμάνι κίνηση μεγάλη, σφύζει από ζωή η αποβάθρα. Φορτηγά πλοία ξεφορτώνουν σιτηρά, καπνό, υφάσματα και μπαχάρια και οι φωνές των λιμενεργατών μπερδεύονται με τις γλώσσες-τουρκικά, ιταλικά, ελληνικά, λαντίνο-τη γλώσσα των Εβραίων Σεφαραδιτών.
Είναι γνωστό από τη σύγχρονη ιστορία πως η Θεσσαλονίκη στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν υπό οθωμανική κυριαρχία κι επίσης γνωστό πως ήταν ένα μωσαϊκό εθνοτήτων και πολιτισμών. Εβραίοι, Μουσουλμάνοι, Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Αρμένιοι και άλλες κοινότητες συνυπήρχαν όχι πάντα αρμονικά και όχι χωρίς εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις. Η εμπορική και οικονομική ζωή της πόλης αναπτύσσονταν γύρω από το λιμάνι κι έφερνε έντονο πολίτικο χρώμα με στενά, πέτρινα σοκάκια, ξύλινα σπίτια, μιναρέδες, εκκλησίες και συναγωγές.

Περίπου στις 11 το πρωί εκείνης της Τετάρτης κι ενώ στην ατμόσφαιρα υπήρχε μια ανησυχητική ηρεμία ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη, σαν βροντή κι ύστερα μία ακόμη. «Βόμβες! Οι Βαρκάρηδες ξαναχτύπησαν», φώναζαν έντρομοι οι περαστικοί της παραλίας κοιτώντας προς το Hotel Egypte, το οποίο τυλίχθηκε ξαφνικά στις φλόγες και οι καμπάνες σήμαναν συναγερμό. «Αυτή η ιστορία δεν θα έχει καλό τέλος», μονολογούσαν οι ηλικιωμένοι πελάτες ενός καφενέ κοντά στον Λευκό Πύργο, κλείνοντας τον «Φάρο της Θεσσαλονίκης», αφήνοντας δίπλα στο τραπέζι μια από τις μακροβιότερες εφημερίδες της χώρας, που κυκλοφορούσε ανελλιπώς από το 1869.
Πριν ακόμη κοπάσει ο θόρυβος από το συμβάν, πριν ακόμη φτάσουν τα νέα για το τι ακριβώς συνέβη, μια σειρά από ακόμη πιο δυνατές εκρήξεις αναστάτωσαν την πόλη. Τούτη τη φορά η φωτιά ήρθε από το λιμάνι και το κατάλευκο επιβατικό πλοίο Guadalquivir (Γκουανταλκιβίρ) με τη γαλλική σημαία να ανεμίζει στην πλώρη τυλίχτηκε στις φλόγες. «Οι Βαρκάρηδες θα κάψουν την πόλη και θα μας βάλουν σε μεγάλο μπελά», ακούστηκε στα μπαχαράδικα στα Λαδάδικα.

Οι Γεμιτζήδες ή Βαρκάρηδες σπέρνουν βόμβες
Ποιοι ήταν αυτοί οι περιβόητοι Γεμιτζήδες ή Βαρκάρηδες (κατ΄άλλους «μπουρλοτιέρηδες»); Ο όρος αναφέρεται σε μια ομάδα νεαρών αντρών, με αναρχικές ιδεολογικές καταβολές που έδρασε σε διάφορες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις αρχές του 20ού αιώνα, κυρίως όμως έμεινε γνωστή για τη δράση της στη Θεσσαλονίκη. Τα μέλη της ήταν απόφοιτοι του Εξαρχικού (Βουλγαρικού) Γυμνασίου Αρρένων της Θεσσαλονίκης και σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς εντάσσονταν στη Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ), η οποία ιδρύθηκε το 1893 με σκοπό την ένοπλη εξέγερση της Μακεδονίας κατά των Οθωμανών, στην πραγματικότητα όμως στόχο είχε τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας.

Το Guadalquivir ήταν ένα γαλλικό επιβατικό ατμόπλοιο, το οποίο ανήκε στη Compagnie des Messageries Maritimes, έναν από τους πιο γνωστούς ναυτιλιακούς οργανισμούς της εποχής, και συνέδεε τη Θεσσαλονίκη με άλλες μεγάλες πόλεις της Μεσογείου και της Ευρώπης. Τη μέρα εκείνη ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι κι έτοιμο να αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη μεταφέροντας εμπορεύματα και πολλούς επιβάτες. Ένας κατά τα άλλα αδιάφορος νεαρός, καλοντυμένος, ο Τραϊάν Στόιτσεφ, μπήκε στο πλοίο κρατώντας στα χέρια τη μεγάλη του βαλίτσα. Είχε κόψει κανονικά εισιτήριο, ήταν ευδιάθετος και τίποτα δεν προμήνυε πως η καφέ δερμάτινη, παλαιού τύπου, βαλίτσα του περιείχε 12 κιλά δυναμίτη. Μόλις μπήκε στο εσωτερικό του πλοίου, την άνοιξε, πυροδότησε τα εκρηκτικά και έγινε η μεγάλη έκρηξη. Ο ίδιος και δεκάδες επιβάτες σκοτώθηκαν ακαριαία, ενώ το πλοίο παρότι δεν βυθίστηκε υπέστη τεράστιες ζημιές και φυσικά δεν σήκωσε ξανά άγκυρα. Οι μαρτυρίες της εποχής λένε πως η έκρηξη ήταν τόσο δυνατή που έσπασαν τζάμια σε πολλά καταστήματα της προκυμαίας, ενώ ο καπνός ήταν ορατός μέχρι τα χαμόσπιτα της Άνω Πόλης.
Παρά τις προσπάθειες του βοηθητικού σκάφους «Σουέζ», αλλά και του Ολλανδικού ατμόπλοιου Penelope το πλοίο παραδόθηκε στις φλόγες. Το Penelope ρυμούκλησε το φλεγόμενο κουφάρι αρκετά μέτρα μακριά λίγο πιο πέρα από τον Λευκό Πύργο.

Το Γκουανταλκιβίρ ήταν γαλλικών συμφερόντων και η ενέργεια αυτή προκάλεσε διπλωματικό επεισόδιο, καθώς η Γαλλία αντέδρασε έντονα εκφράζοντας τον εκνευρισμό της για την ασφάλεια των πολιτών της. Άλλωστε αυτός ήταν ο σκοπός των Βαρκάρηδων, να τραβήξουν την προσοχή των Μεγάλων Δυνάμεων για την καταπίεση των Ελλήνων και των Σλάβων στη Μακεδονία από τον οθωμανικό ζυγό.
Την επόμενη μέρα σημειώθηκε έκρηξη στο γαλλικό ατμοπλοϊκό γραφείο, επίσης στην περιοχή του λιμανιού, στο ελληνικό καφενείο «Αλάμπρα», σε ένα μικρό ζυθοποιείο και τα γεγονότα έδειχναν πως οι Βαρκάρηδες δεν θα σταματούσαν εκεί. Το ίδιο βράδυ, μέλη της ομάδας επιχείρησαν να ανατινάξουν την αμαξοστοιχία που ερχόταν από την Αλεξανδρούπολη. Η προσπάθειά τους απέτυχε και το τρένο με τους 300 επιβάτες συνέχισε το ταξίδι του με μικρές υλικές ζημιές, ενώ ο Γάλλος πρόξενος στην αναφορά του έγραψε πως «η δουλειά έμοιαζε να έχει στηθεί από άπειρα χέρια». Λάθος η εκτίμησή του, τα γεγονότα τον διέψευσαν....

Τρόμος πάνω από τον φράγκικο μαχαλά - Το παντοπωλείο γιάφκα
Δυο μέρες αργότερα και ενώ η σιγαλιά της νύχτας κάλυπτε τη Θεσσαλονίκη, μια νέα έκρηξη από την περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού σπέρνει τον τρόμο και τον πανικό. Ο αγωγός μεταφοράς αερίου, ο οποίος βρισκόταν κάτω από τη γέφυρα του χειμάρρου Αρόν, στη σημερινή συμβολή 26ης Οκτωβρίου και Αναγεννήσεως, τινάζεται στον αέρα και η πόλη βυθίζεται στο σκοτάδι. Σαμποτάζ, θα πουν οι αρχές και μόνο ώρες αργότερα θα καταλάβουν πως ήταν μια σκόπιμη ενέργεια των Βαρκάρηδων για να δράσουν ανενόχλητοι μέσα στη νύχτα. Ο αγωγός ανατινάχθηκε με μεγάλη ποσότητα δυναμίτη και η ενέργεια αυτή ήταν το σινιάλο για μια άλλη, ακόμη πιο τρομακτική. Λίγη ώρα αργότερα και πριν οι αρχές μπορέσουν να αντιληφθούν τι συνέβη δύο βόμβες μεγάλης ισχύος ισοπεδώνουν το κτήριο της Οθωμανικής Τράπεζας -γαλλικών συμφερόντων-, στη γωνία των οδών (σήμερα) Φράγκων και Λέοντος Σοφού.

Σύμφωνα με τις αναφορές των Γάλλων, από τις αρχές του χρόνου ένας Βούλγαρος νοίκιασε το γωνιακό κατάστημα απέναντι από την τράπεζα και έστησε εκεί ένα μικρό παντοπωλείο. Παρότι δεν φαινόταν εξωτερικά από τη βιτρίνα, το κατάστημα διέθετε μια μικρή ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο. Όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ο Βούλγαρος έμπορος με τη βοήθεια και άλλων συνεργών του έσκαβε για μήνες ένα τούνελ από το υπόγειο μέχρι την τράπεζα. Η σήραγγα πρέπει να είχε μήκος γύρω στα 5 μέτρα κι έφτανε σχεδόν ως τα θεμέλια του κτηρίου της τράπεζας. Εκεί τοποθετήθηκε μεγάλη ποσότητα δυναμίτιδας, η οποία συνδέθηκε με καλώδια με το παντοπωλείο. Όταν ο εκρηκτικός μηχανισμός πυροδοτήθηκε το κτήριο κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος, αλλά διασώθηκαν το χρηματοκιβώτιο και το θησαυροφυλάκιο που ήταν ασφαλισμένα σε ειδική κρύπτη στο υπόγειο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως τα δύο τεράστια μεταλλικά κιβώτια βρέθηκαν άθικτα όταν απομακρύνθηκαν τα μπάζα. Ο διευθυντής της τράπεζας Letayf και η οικογένειά του κατάφεραν να βγουν σώοι από τα χαλάσματα και στο έγγραφο που έστειλε προς τα κεντρικά της Banque Imperial Ottomane Comite de Paris, έγραψε πως «ο καβάσης (θυρωρός) Κασίμ βρέθηκε θαμμένος στα χαλάσματα από τον Αλή, μέλος του υπηρετικού προσωπικού». Ο Letayf, η γυναίκα του και τα δυο τους παιδιά κατέβηκαν από τις σκάλες υπηρεσίας στο υπόγειο κι από εκεί έφτασαν σε μια πόρτα, η οποία όμως ήταν κλειδωμένη και χρειάστηκε να σπάσουν ένα παράθυρο για να βγουν στον δρόμο με τη βοήθεια των ζεπτιέδων (αστυνομικών).

Οι Βαρκάρηδες βρήκαν κι αυτή τη φορά στόχο, η αποστολή τους ήταν επιτυχής και το άλλοτε επιβλητικό κτήριο της Οθωμανικής Τράπεζας -εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης- μετατράπηκε σε μια μάζα από όγκους χωμάτων, πέτρες και τζάμια. Μαζί του καταστράφηκε και η γειτονική Γερμανική Λέσχη (Kegelclub Allemand), καθώς και ένα ακόμη κτήριο. Το παρακείμενο ξενοδοχείο «Κολόμπο» -το καλύτερο και πιο φημισμένο της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα και την πρώτη δεκαετία του 20ού, που έδωσε το όνομά του στην περιοχή Κολόμβου-, υπέστη σοβαρές ζημιές και έκτοτε υπολειτουργούσε, μέχρι την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, οπότε και κατεδαφίστηκε. Τα συντρίμμια γέμισαν τους δρόμους γύρω από την Οθωμανική Τράπεζα δυσκολεύοντας την κίνηση για μέρες.

Στη Θεσσαλονίκη κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος και ακολούθησαν σκληρές μάχες κυρίως στις δύο βουλγαρικές συνοικίες. Την περίοδο αυτή εκτιμάται ότι ζούσαν στην πόλη περίπου 3.000-4.000 Βούλγαροι που είχαν εγκατασταθεί πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό και γύρω από την περιοχή του Παπάφειου. Ο απολογισμός των συγκρούσεων κάνει λόγο για 50 νεκρούς πολίτες και στρατιώτες, αν και κάποιες πληροφορίες ανεβάζουν τον αριθμό στους 300. Έξι μέλη της ομάδας των Βαρκάρηδων φέρονται μεταξύ των νεκρών, ενώ άλλα τέσσερα συνελήφθησαν και πέρασαν από στρατοδικείο.
Ο επιφανής Εβραίος επιχειρηματίας Σαούλ Μοδιάνο, παραχώρησε έναν χώρο με τρεις μεγάλες αίθουσες για τη μετεγκατάσταση της τράπεζας στη μεγάλη site Modiano και λίγες μέρες μετά το κατάστημα επαναλειτούργησε.

Χάος στην πόλη - Αποστάσεις από την ηγεσία Θεοτόκη
Ένταση και χάος επικράτησαν στη Θεσσαλονίκη μετά τις βομβιστικές επιθέσεις του Απριλίου του 1903. Ο στρατός και η αστυνομία έκαναν συνεχείς περιπολίες, επιβάλλοντας απαγόρευση της κυκλοφορίας, σπέρνοντας τον τρόμο και τον πανικό στους κατοίκους. Οι οθωμανικές αρχές σκλήρυναν τη στάση τους και ξεκίνησαν μαζικές διώξεις κυρίως σε βάρος του βουλγαρικού πληθυσμού, που θεωρήθηκε υπεύθυνος για τη δράση των Βαρκάρηδων, έτσι αρκετοί σλαβόφωνοι εγκατέλειψαν την πόλη. Μεγάλο ήταν το πλήγμα και στην οικονομική και εμπορική δραστηριότητα, καθώς ξένοι οίκοι έφυγαν, αναζητώντας έδρα σε πιο ασφαλείς πόλεις.

«Η πόλη βρίσκεται σε κατάσταση πανικού. Οι δρόμοι είναι έρημοι και οι κάτοικοι φοβούνται να εξέλθουν από τις οικίες τους. Οι στρατιωτικές περιπολίες είναι συνεχείς», έγραψε στην πρώτη της σελίδα η εφημερίδα La Dépêche de Salonique στις 18 Απριλίου 1903. Δύο μέρες μετά οι Times του Λονδίνου είχαν ολοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Οι βομβιστικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη έχουν προκαλέσει διεθνή ανησυχία. Οι οθωμανικές αρχές έχουν επιβάλει στρατιωτικό νόμο και οι συλλήψεις υπόπτων είναι μαζικές» και η γαλλική Le Figaro είχε ανταπόκριση στις 22 Απριλίου που έγραφε πως «Οι επιθέσεις των αναρχικών έχουν οδηγήσει σε σκληρά αντίποινα κατά του βουλγαρικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης. Πολλοί έχουν συλληφθεί ή εκτοπιστεί».

Από την κυβέρνηση της Αθήνας δεν υπήρξαν αντιδράσεις, άλλωστε ο πρωθυπουργός, Γεώργιος Θεοτόκης, επικεφαλής του κόμματος των Εθνικοφρόνων ήταν ένας μετριοπαθής πολιτικός, που προσπαθούσε να σταθεροποιήσει σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο τη χώρα, η οποία βίωνε ακόμη τις συνέπειες της συντριβής του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, γνωστού ως «Μαύρο ΄97».
Ο Θεοτόκης δεν έκανε καμία δήλωση για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης, ούτε κάποιο άλλο μέλος της κυβέρνησης αναφέρθηκε σε αυτά, κυρίως για να μην δημιουργηθεί νέα ένταση με την οθωμανική διοίκηση, η οποία θα οδηγούσε σε σκληρότερες διώξεις του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας.
Παρότι σε πολιτικό επίπεδο επιλέχθηκε η διπλωματική ουδετερότητα και η εθνική αυτοσυγκράτηση, τα γεγονότα τροφοδότησαν την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα, ο οποίος κορυφώθηκε λίγα χρόνια μετά (1904-1908)....