Skip to main content

Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Ο Ρώσος φίλος του Τολστόι στα φιλοσοφικά στέκια της Διαγωνίου

Ποιος ήταν ο παντελώς ξεχασμένος ψιλόλιγνος φιλόσοφος, λογοτέχνης, δημοσιογράφος, που έφερε το όνομα του γιου του Θησέα και της αμαζόνας Ιππολύτης - Η διαμονή του σε ένα τενεκεδένιο παράπηγμα, η ασκητική ζωή, η αγάπη για την Ελλάδα και ο χαμός της κόρης του που δεν ξεπέρασε ποτέ

Είναι γραφτό, και δυστυχώς σύνηθες, κάποιες ιστορίες ανθρώπων που πέρασαν από τη ζωή, άφησαν το στίγμα τους σε μια πόλη και μια σημαντική παρακαταθήκη, να μένουν στην αφάνεια και να τις καταπίνει με αδυσώπητο τρόπο η λήθη. Κι όσο η αχλή του χρόνου τις καλύπτει τόσο πιο βαθιά μπαίνουν και στο τέλος μένει ένα όνομα, μια παρουσία, ένα κείμενο, που για τους πολλούς δεν λέει κάτι κι οι λίγοι δεν υπάρχουν πια για να τις αναδείξουν. 

Μια τέτοια ιστορία έχει καταπιεί ο χρόνος κι είναι κρίμα γιατί αφορά έναν Ρώσο στοχαστή, φιλόσοφο, δημοσιογράφο, στενό και τακτικό συνομιλητή του Λέοντα Τολστόι, που ήρθε στη Θεσσαλονίκη με την οικογένειά του, μετά την Επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917 κι έφυγε μόνος, κατάμονος το Πάσχα του 1942. Λίγο μετά την αναστάσιμη λειτουργία ένας παπάς, μόνος κι αυτός, έψαλε μια σύντομη νεκρώσιμη ακολουθία στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, τρεις φίλοι έκαναν τον σταυρό τους, έριξαν λίγο χώμα και «ο λόγιος-δάσκαλος με τη βαθιά Ορθόδοξη χριστιανική πίστη, έδωσε το τελευταίο του μάθημα, αυτό της συμφιλίωσης της ζωής με τον θάνατο», όπως έγραψε ο επιστήθιος φίλος του, Γιώργος Βαφόπουλος

Image

 

 


Από την Γιασνάγια Πολιάνα στη Σαλονίκη των αρχών του 20ου αιώνα

Ο Ιππόλυτος Αντρέγιεβιτς Γκοφστέτερ -την ιστορία του οποίου ξετυλίγουμε- γεννήθηκε το 1860 στην Αγία Πετρούπολη κι είναι άγνωστο γιατί πήρε το αρχαιοελληνικό όνομα Ιππόλυτος, του γιου του Θησέα και της αμαζόνας Ιππολύτης. Αφού ολοκλήρωσε έναν κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών ο Γκοφστέτερ εργάστηκε ως ανώτερο στέλεχος της κρατικής διοίκησης. Παράλληλα έγραφε κείμενα για την εφημερίδα «Ρωσία», η έκδοση της οποίας διακόπηκε από την τσαρική κυβέρνηση, αλλά και για τις εφημερίδες «Εκόνομιστ» και «Νόβογιε Βρέμια» (Νέοι Καιροί). 

Σύμφωνα με την έρευνα του καθηγητή του πανεπιστημίου Μακεδονίας, Νίκου Μαραντζίδη, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του κόμματος «Ευπατρίδες», το οποίο ίδρυσε το 1905 ο ιστορικός Πάβελ Νικολάγιεβιτς Μιλιούκοφ και υποστήριζε με θέρμη την ανάγκη μιας συνολικής κοινωνικής μεταρρύθμισης στη Ρωσία. Παράλληλα, ήταν φανατικός πολέμιος του πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών Πιότρ Αρκάντιεβιτς Στολίπιν -ο οποίος δολοφονήθηκε στην Όπερα του Κιέβου τον Σεπτέμβριο του 1911- και το 1906 έγραψε μια σειρά από άρθρα εναντίον των μεταρρυθμίσεών του, «τις οποίες θεωρούσε απαράδεκτες και καταστρεπτικές για την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη της Ρωσίας». 

Αγαπημένος του φίλος ήταν ο Λέων Τολστόι, τον οποίο και επισκέπτονταν συχνά στην Γιασνάγια Πολιάνα. Στο «Φωτεινό Ξέφωτο», όπως είναι η ακριβής μετάφραση του Γιανσάγια Πολιάνα, 200 χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα και κοντά στην πόλη Τούλα, εκεί όπου ο σπουδαίος Ρώσος συγγραφέας έγραψε το «Πόλεμος και Ειρήνη» και την «Άννα Καρένινα», ο Ιππόλυτος Γκοφστέτερ έβρισκε έναν καλό φίλο για να πιει το τσάι του. Αλλά και έναν συνομιλητή πρόθυμο να ακούσει τις ιδέες του και -γιατί όχι;- να του πει την άποψή του για τα πονήματα του συγγραφέα.  

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1917 ο Γκοφστέτερ, θορυβημένος και σίγουρος πως αποτελεί στόχο για το παλιό καθεστώς, πήρε τη σύζυγό του και τα τρία τους παιδιά και μέσω της Κωνσταντινούπολης κατέφυγαν το 1919 στη Θεσσαλονίκη-κανείς δεν έμαθε γιατί επέλεξε τούτη την πόλη. 

«Ήταν ένας γραφικός τύπος, ψηλός και λιγνός, με σώμα κυρτωμένο, με κάτασπρα μαλλιά ριγμένα στους ώμους του, με δύο ζωηρά, μικρά γαλάζια μάτια, πάντα βυθισμένα στον στοχασμό. Ο Ιππόλυτος Γκοφστέτερ ήταν ένας φιλόσοφος, ένα πνεύμα καθαρό και βαθύ, που άπλωνε την έρευνά του στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, που άφηνε το βλέμμα του να πλανηθεί μέσα στον κόσμο των μεταφυσικών εννοιών... Η γνώμη και η κριτική άποψη του ευρύτερου κοινού των κατοίκων της πόλης διαμόρφωσε έναν θρύλο γύρω από το όνομά του.  Άλλοι τον έβλεπαν ως ασκητή και κοσμοκαλόγερο, άλλοι ως αγύρτη-απατεώνα και άλλοι ως ψυχοπαθή. Αυτοί όμως που τον γνώρισαν από κοντά και ιδιαίτερα εκείνοι που είχαν την τύχη να δημιουργήσουν έναν πνευματικό δεσμό μαζί του ήξεραν ποιος ήταν», γράφει ο καθηγητής Μαραντζίδης. 

Image

 

Η πρώτη του δουλειά ήταν ως δημοσιογράφος στην «Εφημερίς των Βαλκανίων» του εκδότη Νίκου Καστρινού, που ως ρωσομαθής -είχε μεταφράσει Τολστόι, Γκόργκι, Αντρέγιεφ- μετέφραζε τα κείμενά του από τα ρωσικά στα ελληνικά, ενώ παράλληλα του μάθαινε και την ελληνική γλώσσα. Από την έρευνα του κ. Μαραντζίδη προέκυψε πως συνδέθηκε από νωρίς με έναν κύκλο σημαντικών ανθρώπων της Θεσσαλονίκης και εκτός από τον Νίκο και τον αδερφό του Κώστα Καστρινό -αμφότεροι ρωσομαθείς-, φίλοι του ήταν ο δικηγόρος Νικόλαος Μάνος, οι δημοσιογράφοι Κωνσταντίνος Σνωκ- με καταγωγή από τις Σέρρες που όταν σπούδασε Φαρμακευτική στη Βιέννη άλλαξε το επίθετό του από Συνώκας σε Σνωκ-, Νικόλαος Φαρδής, Πέτρος και Αλέκος Ωρολογάς, ο γιατρός Τσαλιγόπουλος, ο επίσης γιατρός Θ. Ανδρεάδης, ο στρατηγός Περικλής Καλλιδόπουλος, ο οικονομολόγος Χ. Χερτούρας, ο λογοτέχνης Γιώργος Βαφόπουλος. Οι συναντήσεις τους γινόταν στα φιλοσοφικά στέκια της Διαγωνίου, εκεί όπου ανέλυαν τις νέες λογοτεχνικές εκδόσεις, αλλά και την τρέχουσα πολιτική και πολιτιστική κατάστασης της πόλης και της χώρας. Αγαπημένο τους θέμα συζήτησης ήταν η ρωσική λογοτεχνία και ο Γκοφστέτερ συνήθιζε να τους εξηγεί πώς το πολτικό τοπίο περνούσε μέσα από τα συγγραφικά πονήματα.

Με την κοινότητα των Ρώσων προσφύγων δεν είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, μία από τις οποίες ήταν ο γυναικολόγος και κατοπινός πρόεδρος της ΕΔΑ, μια ιστορική μορφή της Αριστεράς, ο Γιάννης Πασσαλίδης. Ο Πασσαλίδης γεννήθηκε στη Σάντα της Τραπεζούντας, σπούδασε Ιατρική στην Οδησσό και στη Μόσχα και εγκαταστάθηκε για χρόνια στο Σοχούμ, από όπου ανέπτυξε σημαντική δράση στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ποντιακής Δημοκρατίας.
Από την Οδησσό καταγόταν και η οικογένεια του χαράκτη και ζωγράφου Γιώργου Φαρσακίδη, μιας εμβληματικής μορφής του κομμουνιστικού κόμματος, ο οποίος έφυγε από τα ζωή στα 96 του χρόνια το 2020. Ο Γιώργος Φαρσακίδης γνώρισε τον Ιππόλυτο Γκοφστέτερ μέσω του πατέρα του και λίγο πριν φύγει από τη ζωή έγραψε ένα μικρό βιβλίο για εκείνον με τίτλο «Ο Φιλόσοφος», ενώ του αφιέρωσε το τελευταίο του έργο «Η καινούργια πατρίδα» και σ΄ αυτό τον χαρακτηρίζει ως πνευματικό του πατέρα.

Image

 

 

 

Η απώλεια της κόρης του και το τενεκεδένιο παράπηγμα

Έναν χρόνο μετά την έλευση της οικογένειας Γκοφστέτερ, η μικρή τους κόρη αρρώστησε και πέθανε στις αρχές του 1920. Η ταφή της έγινε σε μια κρύπτη στο νεκροταφείο Ζέιτενλικ και ο πατέρας δεν ξεπέρασε ποτέ την απώλειά της. Η σύζυγός του, που εργαζόταν ως δασκάλα γαλλικών και οι δύο γιοι τους, επέστρεψαν το 1925 στη Ρωσία, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να αφήσει το μικρό του κοριτσάκι σε μια ξένη γη. «Τήρησε την υπόσχεση που της έδωσε, να μην την αφήσει θαμμένη σε τούτη την ξένη γη, να την πάρει μαζί του στα πράσινα λιβάδια τον Δον (σ.σ. ο ποταμός Ντον πηγάζει νοτιοανατολικά της Μόσχας και μετά από μια διαδρομή 1.960 χιλιομέτρων εκβάλλει στην Αζοφική θάλασσα, βόρεια της Μαύρης Θάλασσας), να την αποθέσει στο χώμα των παιδικών της ονείρων», έγραψε στην Αυτοβιογραφία του ο Βαφόπουλος. Ο θάνατος του παιδιού του καταρράκωσε τον Ιππόλυτο Γκοφστέτερ και μάταια οι φίλοι του τον προέτρεπαν να προχωρήσει, να βρει δουλειά, να ασχοληθεί με τη συγγραφή που τόσο αγαπούσε και κατείχε. Ο Ρώσος εμιγκρές σταδιακά αποσύρονταν από τα εγκόσμια. Έμενε σε ένα τενεκεδένιο παράπηγμα στην ανατολική πλευρά της πόλης, έτρωγε όποτε έβρισκε και αν έβρισκε φαγητό, ενώ η κήρυξη του πολέμου έκανε ακόμη πιο δύσκολη τη διαβίωσή του. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του δέχτηκε να φιλοξενηθεί στο ισόγειο του σπιτιού του στενού του φίλου,  δικηγόρου, Νίκου Μάνου, ενώ ο Γιώργος Βαφόπουλος διασώζει δύο ιστορίες πολύ χαρακτηριστικές για το ήθος και την ψυχική κατάσταση του Ιππόλυτου Γκοφστέτερ. 

Κάποια στιγμή ο Ρώσος διανοούμενος παραπονιόταν ότι πονούσαν πολύ τα πόδια του και έπρεπε να πάει στα ιαματικά λουτρά της Νέας Απολλωνίας, αλλά δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για κάτι τέτοιο. Τότε ο Βαφόπουλος του έδωσε 500 δραχμές, λέγοντάς του ότι του τα προσφέρει ο δήμαρχος. Πράγματι ο Γκοφστέτερ πήγε τα λουτρά και γύρισε μετά από 20 μέρες, φέρνοντας πίσω 200 δραχμές, που όπως είπε του περίσσεψαν και δεν μπορούσε να τις κρατήσει γιατί τα χρήματα δεν ήταν δικά του. Καιρό μετά ο Βαφόπουλος έμαθε πως ο φίλος του δεν νοίκιασε κάποιο δωμάτιο για να μείνει, παρά έφτιαξε μια καλύβα με τα καλάμια της λίμνης και μάζευε τα ψάρια που πετούσαν οι ψαράδες, καθώς και χόρτα για το μεσημεριανό του γεύμα, ενώ σπάνια αγόραζε λίγο ψωμί από τον φούρνο της περιοχής. 

Το δεύτερο περιστατικό διαδραματίστηκε στα χρόνια της Κατοχής, όταν ο Ιππόλυτος Γκοφστέτερ έσερνε το γέρικο, λιπόσαρκο κορμί του και πήγαινε στο σπίτι του Βαφόπουλου, όταν πλέον έφτανε σε απόγνωση, για να βρει ένα πιάτο φαγητό. Μια μέρα άφησε στο τραπέζι ένα μικρό πακετάκι και ζήτησε από την αδερφή του Βαφόπουλου να το πάει στο Ίδρυμα Μέριμνας του Παιδιού που βρισκόταν ακριβώς απέναντι. Ήταν λίγη ζάχαρη που του έδωσε μια κυρία και σκέφτηκε πως τα παιδιά την είχαν περισσότερη ανάγκη. 

Image

 

 

Η αγάπη του για την Ελλάδα

Ο Γκοφστέτερ ήρθε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 41 χρόνων και έζησε εδώ 23 χρόνια. Η αγάπη του για την πόλη, κυρίως όμως το χρέος του προς την κόρη του και η υπόσχεσή του να μείνει κοντά της, τον κράτησαν εδώ για πάντα. Δυστυχώς οι έρευνες όσων ασχολήθηκαν με τον Ρώσο αυτό φιλόσοφο και στοχαστή δεν εντόπισαν κάποια φωτογραφία του, οι περιγραφές μόνο συνθέτουν στη φαντασία του καθενός την εικόνα του. Και τα έργα του δίνουν μια καλή αίσθηση της προσωπικότητας, της καλλιέργειας, αλλά και της σεμνότητάς του.

Στην παλιά συλλογή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης σώζονται κάποια δοκίμιά του, καθώς και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες. «Η νύχτα της Γεσθημανής» είναι ένα από τα πιο γνωστά του έργα, αποτελεί μια φιλοσοφική ανατομία της δοκιμασίας του Χριστού και η ανάγνωσή του δοκιμίου συγκλόνισε τον Γιώργο Βαφόπουλο. 

Όσο ήταν στη Ρωσία γνώρισε τον Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν έναν μυστικιστή, κοσμοκαλόγερο, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, που έμεινε γνωστός στην ιστορία για τις ανορθόδοξες μεθόδους εξαγνισμού. Αυτές  περιλάμβαναν ακόμη και σαδιστικά, σεξουαλικά βίτσια, ενώ άσκησε μεγάλη επιρροή στην οικογένεια του τελευταίου τσάρου, του Νικόλαου Β΄. Τον Δεκέμβριο του 1917 ο Ρασπούτιν δολοφονήθηκε στο υπόγειο του παλατιού Μόικα της Αγίας Πετρούπολης, στην κατοικία του πρίγκηπα Φέλιξ Γιουσούποφ, του πλουσιότερου ανθρώπου της Ρωσίας και συζύγου της μοναδικής ανιψιάς του τσάρου, Ιρίνα. Το κακοποιημένο πτώμα του ανακαλύφθηκε μερικές μέρες αργότερα στον ποταμό Νέβα. Ο Ιππόλυτος Γκοφστέτερ μιλούσε σπάνια για τον Ρασπούτιν, έλεγε όμως πως έγραφε ένα βιβλίο για εκείνον, με τον τίτλο «Ο Γρηγόριος Ρασπούτιν ως αινιγματικόν ψυχολογικόν φαινόμενον της ρωσικής ιστορίας». Το έργο παραμένει ανέκδοτο και τα χειρόγραφα άφαντα, θα είχε ενδιαφέρον πάντως να γνωρίζαμε την άποψή του για αυτόν τον αγράμματο, τυχοδιώκτη καλόγερο. 

Στο μηνιαίο περιοδικό «Μήνες» που εξέδιδαν οι φοιτητές του ΑΠΘ την περίοδο 1937-1940, στο τεύχος του Ιανουαρίου 1937, υπάρχει ένα ποίημά του με τίτλο «Η ψυχή της Ελλάδος». Η ανάγνωσή του δείχνει πως θαύμαζε τη χώρα που τον καλοδέχτηκε και της ανταπέδιδε την τιμή μέσα από τους στίχους

Μεθυσμένος από την ομορφιά σου θεόσταλτη 
Και στο ευτυχισμένο ξελίγωμα της ομορφιάς σου
Με γλυκό πάθος, με χαρά θριάμβου ανακράζω
Ω Ελλάδα μου, είσαι Συ, είσαι Συ!