«Μέχρι τελικής πτώσης». Αυτές οι λέξεις περιέγραφαν όχι τόσο γλαφυρά τα σόου που έβλεπαν οι Θεσσαλονικείς κάτι βράδια του Αυγούστου, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου αλλά και μέχρι το 1970.
Όπως έγραφε και το περιοδικό Τάμαριξ, όσοι δεν είχαν προλάβει να δουν τον Τζιμ Λόντο σε εναέριο ψαράκι κατά του Πρίμο Καρνέρο, όσοι δεν θαύμασαν την αεροπλανική κεφαλιά του Λαμπράκη ενώπιον 4.000 θεατών στο Χαριλάου, την επιδεξιότητα του Νίκου Τιμονίδη κάτω από τις ιαχές της Τούμπας έχασαν μάλλον ένα σημαντικό κομμάτι της τότε ιστορίας της πόλης.

Την περίοδο από τις αρχές του 1930 αλλά κυρίως, μεταπολεμικά, κατά τη δεκαετία του ‘50, οι Θεσσαλονικείς έτρεχαν στο λαμπροφωτισμένο καναβάτσο για να δουν… άγριο ξύλο, είτε αληθινό είτε στημένο, και να γευτούν λίγο από την ιδιότυπη γοητεία του. Το κατς παίχτηκε πανηγυρικά μεταξύ 1950-70 και ξεψύχησε το 1980. Θυμίζοντας είτε τους παλαιότερους μπεχλιβάνηδες είτε μία διαφορετική εκδοχή της πάλης το κρατς συνδέθηκε με τις καλοκαιρινές νύχτες της πόλης.
Τα ονόματα που μεσουρανούσαν ήταν ο Ανδρέας Λαμπράκης -ο λεγόμενος ως θρύλος του ελληνκού κατς-, ο Γιώργος Καραμήτσος, ο Χάρης Καρπόζηλος, ο Νίκος Τιμονίδης και αρκετοί άλλοι.
Κάτι βράδια του Αυγούστου του 1950 οι Θεσσαλονικείς συνήθιζαν να συρρέουν στα γήπεδο του ΠΑΟΚ, του Άρη και της ΧΑΝΘ για να δουν από κοντά τους παλαιστές-φίρμες, σε κακοφωτισμένα ρινγκ με τα σκοινιά. Πήγαιναν να δουν τον Ανδρέα Λαμπράκη, τον «Έλληνα πρωτοπαλαιστή που είχε νικήσει στο Μπουένος Άιρες τον 103 κιλών Αλβέρτο Μίχο εντός των πρώτων 13 λεπτών διά αεροπλανικού κόλπου και τον Αρμένιο Καρατζιάν σε 17’», όπως έγραφε και η εφημερίδα «Το Φως» τον Ιούλιο του 1950.

Το ρεύμα Τζιμ Λόντος
Κάποια χρόνια νωρίτερα, το 1930, το άθλημα είχε έναν δικό του βασιλιά, τον Έλληνα μετανάστη που διέπρεπε ως παλαιστής στις ΗΠΑ, τον Τζιμ Λόντο. Για τον Λόντο έγραφε τότε το «Φως»: «Ο Έλλην βασιλεύς της πάλης. Το θαύμα της ελληνικής άλκης». Η εφημερίδα δημοσίευε σε κάθε φύλλο της και άλλες πληροφορίες από τη ζωή του μεγάλου παλαιστή. Μπορεί ο Λόντο να μην έκανε εμφανίσει στη Θεσσαλονίκη το ρεύμα όμως που είχε δημιουργήσει τον είχε αναμφίβολα κηρύξει ως αρχηγό του.
Μάλιστα, δημοσιεύματα της εποχής εξήραν την άφιξή του στην πόλη στις 30 Σεπτεμβρίου και 1 Οκτωβρίου του 1956 και τις θριαμβευτικές του εμφανίσεις σε συναντήσεις κατς. «Ο Τζιμ Λόντος εθριάμβευσε συντρίψας υπό τας ιαχάς των θεατών τον Αφρικανόν άσσον δράρικ στο 32’» έγραφε η εφημερίδα «Αθλητικά Νέα».

Η έλευσή του στη Θεσσαλονίκη δεν τρέλανε μόνο οι λάτρεις του αθλήματος αλλά και πολύ κόσμο που δεν είχαν και κάποια ιδιαίτερη λατρεία για το άθλημα. Το «Φως» έγραφε πως «ο Τζιμ Λόντος αγωνίζεται για τη σκλαβωμένη Κύπρο μας» λίγο πριν έρθει, στις 29 Σεπτεμβρίου 1956. Αλλά η αποκάλυψη ήταν ξεκάθαρα για όσους ανυπομονούσαν να δουν τον θρύλο από κοντά. Δημοσιογράφοι και επίσημοι τον υποδέχτηκαν στο αεροδρόμιο, ενώ ο κόσμος είχε πάει έξω από το αεροδρόμιο για να υποδεχτεί τον ζωντανό θρύλο. Όλα τα συναισθήματα μεταφέρθηκαν στο γήπεδο του ΠΑΟΚ όπου το πλήθος αποθέωσε τον σχεδόν 60χρονο Τζιμ Λόντο να κερδίζει τον Αλγερινό Αραρίκ.
Το κατς μετά
Μπορεί οι παραστάσεις να συνεχίστηκαν και μεταπολεμικά αλλά η πρώτη μαγεία έχει χαθεί. Η αγάπη του κόσμου για την αυθεντική πάλη αρχίζει και αποσύρεται και ο θεσμός γίνεται πιο φεστιβαλικός και περισσότερο επηρεασμένος από και οι θεατές αποζητούσαν όλο και πιο… φαντεζί πράγματα.
Τότε άρχισαν να εμφανίζονται νέα αστέρια, ο Τιμονίδης, ο Καραμήτσος και άλλοι και να μπαίνουν στο παιχνίδι μάσκες και μπέρτες. Ξαφνικά το «μέχρι τελικής πτώσης» μετατρέπεται σε «μέχρι εξόντωσης». Η αναμέτρηση έχει απεριόριστη διάρκεια, ενώ το ραντεβού δεν δίνεται πλέον μόνο στα γήπεδα -του ΠΑΟΚ και του Άρη- αλλά και σε κινηματογράφους, όπως το Αθήναιον και το Λουξ.

Μία ομοσπονδία κατς που είχε δημιουργηθεί ήταν υποτυπώδης, την περισσότερη δουλειά την έκανε ένα σωματείο.
Το κατς, οι αγώνες ελεύθερης πάλης, αν και είχαν ορισμένους φανατικούς ακολούθους, άρχισε να φθίνει καθώς όλο και περισσότεροι έλεγαν δεν θέλγονται πια από την αγριότητα...