«Μας έβαλαν στη σειρά τα μικρά και τις γριές και μας κουρεύανε. Έκλαιγα, φώναζα: ψάξε με, δες με, δεν έχω ψείρες! Με το ζόρι με κούρεψαν. Σαν κολοκύθι με κάνανε. Πολύ καιρό μετά ντρεπόμουνα να βγω στην αγορά να ψουνίσω».
Με αυτά τα λόγια μία πρόσφυγας, η Καλλισθένη Καλλίδου, από το χωριό Φερτέκι της Καππαδοκίας αποτύπωσε σε τρεις γραμμές τα συναισθήματα που την διαπέρασαν όταν έφτασε στην Ελλάδα την περίοδο του 1920-1925. Η Καλλισθένη, όπως και πολλοί συμπατριώτες της, έπρεπε να περάσει τη διαδικασία της απολύμανσης στα λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς, έναν τόπο που συνδυάστηκε με την οδύνη και τον εξευτελισμό των προσφυγιάς.
Σε μία άλλη προφορική μαρτυρία διαβάζουμε τη Διαλεχτή Μεντεκίδου. Η Διαλεχτή επιλέγει να ανασύρει τις δικές της μνήμες, αυτές που οι περισσότεροι πίεζαν τους εαυτούς τους να θάψουν στις αποθήκες του υποσυνείδητου. «Μας έβαλαν κάπου μέσα, μας έδωσαν και πράσινο σαπούνι, δεν το ξέραμε, εμείς άσπρο είχαμε εκεί. Η Ρόζα, η αδερφή μου, λέει, “αυτό φάρμακο είναι, δεν το παίρνω”. Μερικούς τους κουρεύανε κιόλας. Για την ψείρα, η ψείρα έβραζε. Τα ρούχα τα βάζανε στον κλίβανο, τα παπούτσια βγαίναν τόσο δα, από μέσα».
Το κλίμα της εποχής μεταφέρει με τον δικό του τρόπο και ο Παναγιώτης Ευθυμιάδης. «Ερχόμαστε εδώ, που είναι η πλαζ, απέναντι μας έβγαλε το πλοίο με σιδερένιες μαούνες. Μας βγάζουν εδώ. Ήταν μια ξύλινη σκάλα, ανεβαίναμε να έρθουμε προς τα εδώ. Εκεί ήταν κάτι απολυμαντήρια και παίρναν τον κόσμο για απολύμανση και τους κόβαν τα μαλλιά, γυναίκες και άνδρες. Τι να κάνει ο μπαμπάς μου! Κάτι λεφτουδάκια που είχε, τάισε εκεί έναν, του λέει, “Βάστα αυτά και μη μας κάνετε κλίβανο, ούτε να μας κόψετε τα μαλλιά”. Ήταν οι αδερφές μου με μεγάλα μαλλιά. Τα πήραν τα χρήματα, μας άφησαν».
Αυτές οι τρεις μαρτυρίες που συγκέντρωσε το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού της Καλαμαριάς συμπυκνώνουν σε λίγες σειρές μία ολόκληρη περίοδο. Μία περίοδο που παράλληλα με την οδύνη του ξεριζωμού, την ταλαιπωρία και τις φοβερές κακουχίες του ταξιδιού η εμπειρία της απολύμανσης βιώθηκε ως ένα ακόμα τραυματικό γεγονός και άφησε στους περισσότερους μια σκληρή ανάμνηση, που τους συνόδευε μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Τι ήταν το Λοιμοκαθαρτήριο
Το Δημόσιο Λοιμοκαθαρτήριο ή Απολυμαντήριο, που βρισκόταν στην περιοχή της πλαζ Αρετσούς, ήταν ο πρώτος χώρος υποδοχής μόλις κατέβαιναν οι πρόσφυγες από το καράβι και έφταναν στην ξηρά με τις βάρκες. Όπως θυμούνται οι πρόσφυγες εκείνης της εποχής, επρόκειτο για δύο μεγάλα ξύλινα παραπήγματα. Στο ένα απολυμαίνονταν σε κλίβανο τα ρούχα, τα σκεύη, τα κλινοσκεπάσματα και τα υπόλοιπα υπάρχοντα των προσφύγων. Στο διπλανό κτίσμα οι πρόσφυγες ήταν υποχρεωμένοι να περάσουν οι ίδιοι μια διαδικασία απολύμανσης και αποφθειρίασης, να κουρευτούν και να κάνουν λουτρό με ισχυρά καθαριστικά και παγωμένο νερό.
Σύμφωνα με μαρτυρίες και καταγραφές από το 1916 έως το 1924 κατέφτασαν στα «Απολυμαντήρια» περίπου 355.000 άτομα συνολικά, πρόσφυγες από τη Μικρασία, τη Θράκη, τον Καύκασο και τον Πόντο, ενώ από αυτούς 22.000 άτομα, (πολλά παιδιά), άφησαν μέσα στους χώρους αυτούς την τελευταία τους πνοή. «Ο χώρος αυτός χρησιμοποιήθηκε εκείνα τα χρόνια, ως τόπος απολύμανσης και καραντίνας για να προληφθεί η μετάδοση ασθενειών στον τοπικό πληθυσμό. Ο τύφος και η δυσεντερία θέριζαν, οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες. Οι πρόσφυγες, μετά τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες, τους διωγμούς που είχαν υποστεί στις προγονικές τους πατρίδες, κατέφταναν στην ακτή της Καλαμαριάς και διέμεναν σε πρόχειρα παραπήγματα, εκτεθειμένοι σε ασθένειες και σε αντίξοες καιρικές συνθήκες. Πολλοί δεν άντεξαν, υπέκυψαν, η περιοχή γύρω από τα "Απολυμαντήρια" γέμισε με τάφους», θυμάται ένας απόγονος προσφύγων.
Μετά τη διαδικασία της απολύμανσης οι πρόσφυγες στοιβάζονταν σε ξύλινους θαλάμους και σε σκηνές. Ο χώρος περιοριζόταν σε κάποια σημεία με συρματόπλεγμα και σε περίπτωση εμφάνισης επιδημιών φυλασσόταν από στρατιώτες. «Για τους περισσότερους, η παραμονή τους εκεί αποτελούσε ένα σύντομο στάδιο, μέχρι την ανεύρεση ενός μονιμότερου τόπου κατοικίας σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας ή στη Θεσσαλονίκη. 16.000 πρόσφυγες ρίζωσαν οριστικά στην Καλαμαριά και τους συνοικισμούς της, διαμένοντας στα παραπήγματα, τους "θαλάμους" όπως έμειναν στη συλλογική μνήμη, οι περισσότεροι για πολλά χρόνια. Οι πρώτοι οικισμοί άρχισαν να κατασκευάζονται το 1924 και η στεγαστική αποκατάσταση ολοκληρώθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1950», εξηγεί στη Voria.gr η ιστορικός του ΙΑΠΕ, Ελένη Ιωαννίδου.
Ο δρόμος προς τα Απολυμαντήρια ήταν… μονόδρομος για αρκετούς πρόσφυγες αλλά κυρίως για αυτούς που είχαν παραμείνει για μεγάλο διάστημα στα καράβια είτε για τα άτομα που ταξίδευαν με καράβια που είχε ξεσπάσει κάποια επιδημία.
Πώς όμως έφτασαν τα απολυμαντήρια να υποδέχονται πρόσφυγες;
Από το 1916, μεγάλες εκτάσεις γης αξιοποιήθηκαν ως στρατόπεδα για τα βρετανικά και γαλλικά στρατεύματα της Αντάντ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι σύμμαχοι κατασκεύασαν μεγάλο αριθμό ξύλινων παραπηγμάτων, όπως και το Απολυμαντήριο για ανθρώπους και αντικείμενα, που στεγάστηκε σε δύο κτίσματα στην παραλία.
Όλες οι εγκαταστάσεις εγκαταλείφθηκαν μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων, το φθινόπωρο του 1918, και αξιοποιήθηκαν ξανά μόλις ένα χρόνο αργότερα. Με απόφαση της κυβέρνησης Ελευθέριου Βενιζέλου, από τα τέλη του 1919 μέχρι το 1922 δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής από τον Καύκασο και τη νότια Ρωσία έφτασαν ακτοπλοϊκώς στη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ αυτών και περίπου 1000 Ρώσοι, εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία. Πολλές χιλιάδες προσφύγων αποβιβάστηκαν στην παραλία της Καλαμαριάς. Για την ιατρική περίθαλψη αυτών, το υπουργείο Περιθάλψεως αγόρασε από τον βρετανικό στρατό τρία τουλάχιστον μεγάλα κτίσματα που στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν χρησιμοποιηθεί για νοσηλευτικούς σκοπούς. Οι περισσότεροι πρόσφυγες προωθήθηκαν στην ενδοχώρα της Μακεδονίας. Αρκετοί όμως παρέμειναν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Καλαμαριά, κυρίως στον συνοικισμό που ονομάστηκε "Καρσλίδικα" ή "Κτηνοτροφικά".
Με την ήττα του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, τη Μικρασιατική Καταστροφή και στη συνέχεια την Ανταλλαγή Πληθυσμών, από τον Σεπτέμβριο του 1922 μέχρι και τα τέλη του 1924, η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε και πάλι τον αρχικό προορισμό υποδοχής για δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη. Μεταξύ αυτών ήταν και αρκετές χιλιάδες Αρμενίων. Και πάλι η Καλαμαριά δέχθηκε δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, επειδή διέθετε στοιχειώδεις υποδομές σε αντίθεση με άλλους τόπους της Βόρειας Ελλάδας. Ο συνολικός αριθμός των προσφύγων που πέρασαν σ’ αυτή τη φάση από την Καλαμαριά είναι ακόμη άγνωστος. Επειδή στο λιμάνι και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης επικρατούσε το αδιαχώρητο, αναγκάστηκαν οι αρχές να επιλέξουν ως τόπο αποβίβασης και προσωρινής εγκατάστασης την Καλαμαριά, εξαιτίας του κινδύνου επιδημιών στην πόλη. Μόλις οι πρόσφυγες πλησίαζαν τα παράλια της Καλαμαριάς τους παραλάμβαναν ντόπιοι με μαούνες ή καΐκια Εξάλλου, στην Καλαμαριά υπήρχε άφθονος ελεύθερος χώρος, οι στοιχειώδεις στεγαστικές υποδομές των ξύλινων στρατιωτικών παραπηγμάτων και η βασική υποδομή για την απολύμανση και απομόνωση των προσφύγων, ώστε να αποφευχθεί η μετάδοση ασθενειών στη Θεσσαλονίκη.
Μετά την αποβίβασή τους περνούσαν από τα απολυμαντήρια. Στη συνέχεια παρέμεναν σε καραντίνα για 6 -7 μήνες σε σκηνές αρχικά, και σε συμμαχικούς ξύλινους θαλάμους στη συνέχεια, μέχρι την οριστική εγκατάστασή τους σε χωριά της Μακεδονίας και Θράκης από την Επιτροπή Περίθαλψης αρχικά, και την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων στη συνέχεια.
Η διαδικασία της απολύμανσης ήταν μία μάλλον μαρτυρική και εξευτελιστική διαδικασία για τους πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες έμπαιναν σε μια διαδικασία βίαιου και μαζικού καθαρισμού με φαρμακευτικά απολυμαντικά μέσα, και σε υποχρεωτικό κούρεμα των μαλλιών και για τα δύο φύλα. Με τη νοοτροπία εκείνης της εποχής, οι γυναίκες βίωναν το κούρεμα ως μια ταπεινωτική και βίαιη επέμβαση στο σώμα και την αξιοπρέπειά τους, στην ίδια τη γυναικεία τους υπόσταση
«Οι διηγήσεις τους αφήνουν να εννοηθεί ότι το τραύμα συνίσταται σε δύο στοιχεία Το ένα ήταν η αχρήστευση των ελάχιστων υπαρχόντων που κατάφεραν να περισώσουν από τον ξεριζωμό: η υψηλή θερμοκρασία του κλίβανου συχνά συρρίκνωνε και παραμόρφωνε τα ρούχα τους, τα μετέτρεπε σε κουρέλια. Κυρίως όμως το τραύμα αφορούσε ένα αίσθημα ταπείνωσης και εξευτελισμού, όπως οι ίδιοι το βίωσαν και ανεξάρτητα από την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης διαχείρισης εκ μέρους των αρχών», λέει η κ. Ιωαννίδου.
Τον εξευτελισμό αυτό βίωναν σε ύψιστο βαθμό οι γυναίκες προσφύγισσες. Για τις ίδιες το κούρεμα ήταν μία ταπεινωτική και βίαιη επέμβαση στο σώμα και την αξιοπρέπειά τους, στην ίδια τη γυναικεία τους υπόσταση. Και για τον λόγο αυτό αρκετοί ήταν οι γονείς που προσπαθούσαν να χρηματίσουν με κάποιον τρόπο τους υπεύθυνους με σκοπό να εξαιρεθούν από αυτήν τη διαδικασία.
Tο Απολυμαντήριο σχετίζεται με μία ακόμη τραγική πτυχή της σύγχρονης ιστορίας στη Θεσσαλονίκη, αυτή του διωγμού και της εξόντωσης των Εβραίων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1942, οι γερμανικές αρχές κατοχής συγκέντρωσαν μεγάλο αριθμό Θεσσαλονικέων Εβραίων για καταναγκαστικά έργα στη Μακεδονία. Προηγήθηκε η απολύμανσή τους στο Απολυμαντήριο της Καλαμαριάς, όπου τους μετέφεραν, πεζούς βέβαια, και στη συνέχεια και πάλι με τα πόδια στη Θεσσαλονίκη.
Η κ. Ιωαννίδου συνοψίζει ότι «ίσως το γκρέμισμα του Απολυμαντηρίου απολύμανε και τον χώρο από τις τραυματικές προσφυγικές μνήμες».
Οι εγκαταστάσεις παρέμειναν στη θέση τους μέχρι τη δεκαετία του ’60, οπότε γκρεμίστηκαν για να δημιουργηθεί η πλαζ του ΕΟΤ.
Το μοναδικό υλικό ίχνος που έχει μείνει για να θυμίζει την ύπαρξή του είναι το όνομα της στάσης των αστικών λεωφορείων που περνά πάνω από τον χώρο της πλαζ, στην οδό Νικολάου Πλαστήρα. Το Απολυμαντήριο είναι όμως ένα τοπόσημο που περιέχει συμβολικά το δράμα αλλά και το έπος της ελληνικής προσφυγιάς, τον αγώνα και τη δημιουργία μιας νέας ζωής, μιας νέας πατρίδας.
Σήμερα, ενεργοί πολίτες και δήμος τρέχουν μία προσπάθεια να ανακηρυχθεί η περιοχή σε τόπο Ιστορικής Μνήμης και να στηθεί ένα μνημείο για να θυμίζει στις επόμενες γενιές τι συνέβη στις εκτάσεις αυτές. Παράλληλα, θα χτιστεί και ένα μνημείο.
*Οι πληροφορίες προέρχονται από έρευνα της ιστορικού Ελένης Ιωαννίδου, η οποία εργάζεται στο Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού και σύντομα θα υπάρχουν και δημοσιευμένες αναλυτικά σε έκδοση του δήμου Καλαμαριάς και του ΙΑΠΕ το επόμενο διάστημα για την ιστορία της περιοχής. Το ΙΑΠΕ έχει τη συλλογή προφορικών μαρτυριών. Συνολικά έχουν συγκεντρωθεί 1.200 προφορικές μαρτυρίες της Μικρασιατικής Καταστροφής και της ανταλλαγής πληθυσμών αλλά και του Καυκάσιους πρόσφυγες κατά το διάστημα 1920 – 1925.
**Οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από το Μουσείο Φωτογραφίας «Χρήστος Καλεμκερής» αλλά και από το αρχείο του ΙΑΠΕ.