Ντυμένη πάντα στην τρίχα και με τα μαλλιά μαζεμένα σε έναν καλοσχηματισμένο κότσο, η Μαρσελίν Ροκεκάβ κρατούσε τον δίσκο με ακριβά φοντάν και σέρβιρε τους υψηλούς προσκεκλημένους στο αρχοντόσπιτο του Σέρβου πρόξενου, κάπου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Αυτή ήταν μια από τις αγαπημένες της στιγμές στο σπίτι, καθώς βρισκόταν ανάμεσα σε κόσμο. Τις περισσότερες ώρες πάντως τις περνούσε τακτοποιώντας τα δωμάτια ή στο μικρό δικό της, όπου ξεκουραζόταν αναπολώντας την πατρίδα της και την πόλη της, το Περιγκέ (Perigueux) της νοτιοδυτικής Γαλλίας -περίπου 132 χιλιόμετρα από το Μπορντό.
Από εκεί, έφυγε στα μέσα του 19ου αιώνα και νοσταλγούσε τόσο πολύ να βρεθεί ξανά στα λίθινα σοκάκια, να κάνει μια βόλτα στα ερείπια του πύργου της Βεσούνας -αφιερωμένου στην ομώνυμη γαλατική θεότητα-, να προσκυνήσει στον καθεδρικό του Σαιντ-Φρον, ο οποίος χτίστηκε στα πρότυπα του Αγίου Μάρκου της Βενετίας και της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης, να πιει ένα ζεστό τσάι με την αδερφή της, Βεμπέρ, που είχε μείνει στο Περιγκέ, να περάσει από τον σιδηροδρομικό σταθμό να δει τα τρένα που φεύγουν για πόλεις μακρινές. Ένα τέτοιο άλλωστε την είχε φέρει κάπου στα μέσα του 19ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη με συστατικές επιστολές, φυλαγμένες καλά μέσα στον μπόγο με τα λιγοστά της υπάρχοντα.

Η Μαρσελίν Ροκεκάβ, ήταν προσηλωμένη στα καθήκοντά της, αυστηρή, αλλά ευγενική. Η οικογένεια του πρόξενου της απευθυνόταν πάντα ως «κυρία Μαρσελίν» και στο υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό, που φρόντιζε το σπίτι, δεν μιλούσε παρά ελάχιστα.
Την ιστορία της Μαρσελίν -όχι με τόσες λεπτομέρειες- διάσωσε η ιστορικός, ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS) της Γαλλίας, στο τμήμα τουρκικών και οθωμανικών σπουδών, Μερόπη Αναστασιάδου, στην πολυσέλιδη και εξαιρετικά τεκμηριωμένη μελέτη της, που έχει τίτλο «Θεσσαλονίκη 1830-1912. Μια Μητρόπολη την εποχή των Οθωμανικών Μεταρρυθμίσεων».
Η καμαριέρα του Σέρβου πρόξενου ζούσε λιτά και τα έξοδά της περιορίζονταν σε μερικές βόλτες στην παραλία με άλλες Γαλλίδες ή μέλη του προσωπικού, χωρίς πάντως να έχει κάποια φίλη στην οποία να αναφέρεται συχνά. Μάζευε τα χρήματα που έβγαζε και ονειρευόταν να επιστρέψει στην πατρίδα της, κοντά στη αδερφή της, αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εκείνη. Έφυγε από τη ζωή στις 9 Φεβρουαρίου του 1882, άγνωστο κάτω από ποιες συνθήκες και σε ποια ηλικία, και ο Σέρβος πρόξενος ανέλαβε το μακάβριο έργο να συγκεντρώσει τα υπάρχοντά της και να τα στείλει στους συγγενείς της.

Η... περιουσία της, αξίας 100 φράγκων, αποτελούνταν κυρίως από ρούχα: ζακέτες, εσώρουχα, γάντια, μεσοφόρια, καπέλα, παπούτσια, 34 πουκαμίσες, ποδιές, φούστες, κορσέδες, παλτό, παντόφλες, 30 πετσέτες και 43 μαντίλια.
«Η αφθονία των ρούχων είναι χαρακτηριστική της περιόδου. Αν και σαφώς λιγότερο ξεκάθαρη, συναντάται και στα αρχεία του μουσουλμάνου δικαστή. Στις γαλλικές κληρονομιές χαρακτηρίζει κυρίως την κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία των κάθε είδους οικιακών βοηθών. Παράδοξο, πλην ευεξήγητο», αναφέρει στη μελέτη της η κ. Αναστασιάδου.
Ο μοναχός Μποννιέ με το βιολοντσέλο
Η γαλλική κοινότητα τον 19ο αιώνα στη Θεσσαλονίκη είχε μέλη σε μια ενδιαφέρουσα κοινωνική διαστρωμάτωση, ξεχωρίζουν ωστόσο ιστορίες ανθρώπων που έφυγαν από την πατρίδα τους και ήρθαν στην Ανατολή έχοντας μια αποστολή.
Όπως η Μαρσελίν έφτασε στη Θεσσαλονίκη για να συγκεντρώσει κάποια χρήματα και να επιστρέψει στη γενέθλια γη, έτσι και ο Ζαν-Μπατίστ Μποννιέ βρέθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα ως καθολικός ιεραπόστολος, για τον προσηλυτισμό των Σλάβων της Βαλκανικής στον Καθολικισμό και πέρασε μια ζωή αφιερωμένη στην κατήχηση και στο κήρυγμα του Χριστιανισμού.
Η έρευνα της Μερόπης Αναστασιάσου τον βρίσκει στα 1874 να έχει αποσυρθεί στην ύπαιθρο, στο μοναστήρι των Αδελφών του Ελέους στο Ζέιτενλικ, αφήνοντας έτσι ελεύθερο το πεδίο στον πληθωρικό διάδοχό του Αύγουστο Μποννέττι.
Ο Μποννιέ, μια ασκητική φιγούρα με ήρεμους τρόπους, ευγένεια και καλλιέργεια, ταλαιπωρείται από προβλήματα υγείας, αλλά παραμένει ενεργός και δραστήριος. Παραδίδει μαθήματα κατήχησης και τελεί τη λειτουργία στο γαλλοβουλγαρικό ορφανοτροφείο (στη σημερινή Μονή Λαζαριστών), ενώ τον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με τη μουσική, παίζοντας αγαπημένες μελωδίες στο βιολοντσέλο του.

Ο αβάς Μπονιέ μπορεί να γνωριζόταν με τη Μαρσελίν, μπορεί και όχι. Είχαν όμως αρκετά κοινά στοιχεία. Ζούσαν λιτά, δεν είχαν πολλές συναναστροφές, δεν σύχναζαν σε μέρη όπου συναντούσε κανείς άτομα της τότε υψηλής κοινωνίας, δεν είχαν οικονομική επιφάνεια και λάτρευαν τη γαλλική κουζίνα. Ίσως μάλιστα το γεγονός πως δεν μιλούσαν καλά ελληνικά ή τουρκικά τούς αποθάρρυνε από το να σχετίζονται με τον ντόπιο πληθυσμό της πόλης.
Όλη η περιουσία του Μποννιέ ανήκε στην ιεραποστολή του Αγίου Λαζάρου κι αυτή δεν ήταν παρά τα ρούχα του, μερικά βιβλία, παλιές φωτογραφίες, ένα ασημένιο φορτηγό παρεκκλήσι και το αγαπημένο του βιολοντσέλο.
Ο θάνατός του την 21η Απριλίου του 1874 -ίσως η Μαρσελίν να τον συνόδεψε συγκινημένη στην τελευταία του κατοικία- «προκάλεσε θλίψη και οδύνη στην καθολική κοινότητα της Θεσσαλονίκης», όπως γράφει η κ. Αναστασιάδου, ενώ οι προξενικοί υπάλληλοι της Γαλλίας που ήταν επιφορτισμένοι με την καταγραφή των προσωπικών του αντικειμένων, «ανακάλυψαν έναν τόμο με τα απομνημόνευματα του εκλιπόντος, σχετικά με την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 1854 μέχρι τον Ιανουάριο του 1871». Θα είχε ενδιαφέρον να μαθαίναμε για την τύχη αυτών των γραφόμενων.

Οι Γάλλοι στη Θεσσαλονίκη
Η συνθήκη του Πασάροβιτς, που υπογράφηκε το 1718 στο Βελιγράδι, ήταν αποτέλεσμα της ήττας των Οθωμανών από Ιταλούς και Αυστριακούς και σηματοδότησε την αρχή της υποχώρησής τους από τη Δύση. Αποτέλεσε έτσι έναν σταθμό στην ιστορία της Ευρώπης, αλλά και της Ελλάδας, καθώς άνοιξε τον δρόμο για την εμπορική διείσδυση των Ευρωπαίων στις πόλεις και στα λιμάνια της Οθωμανικής Αυκρατορίας.
Η Θεσσαλονίκη που είχε ήδη αρχίσει να ανοίγει προς την Ευρώπη το εμπορικό, τραπεζικό και ναυτιλιακό σύστημα δέχτηκε έναν μεγάλο αριθμό Φράγκων, οι οποίοι επέλεξαν για να μένουν και να εργάζονται στον γνωστό Φραγκομαλαχά -γύρω από τη σημερινή οδό Φράγκων. Εκεί υπήρχαν αρχοντόσπιτα με μεγάλες αυλές, ήταν το εμπορικό κέντρο της πόλης και επιπλέον λειτουργούσε η καθολική εκκλησία της Αμιάντου Συλλήψεως της Θεοτόκου, η οποία χτίστηκε από τον διάσημο Ιταλό αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι την περίοδο 1897-1900, πάνω στα θεμέλια της παλαιότερης και μικρότερης, αφιερωμένης στον Άγιο Λουδοβίκο που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1839.
Στο τέλος του 19ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη ζούσαν περίπου 10.000 Φράγκοι με πιο δυναμική την παρουσία των Γάλλων. Είναι χαρακτηριστικό πως το 1906 υπήρχαν 6 γαλλικά σχολεία και από το τέλος του 19ου αιώνα βασική γλώσσα διδασκαλίας των εβραϊκών σχολείων ήταν τα γαλλικά. Γαλλική εταιρεία κατασκεύασε το 1903 το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και ο Γάλλος πολεοδόμος Ερνέστο Ερμπάρ, σχεδίασε την πόλη μετά την καταστροφική πυρκαγιά το 1917, ενώ η Γαλλική Στρατιά του Μακεδονικού Μετώπου στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άφησε τη σφραγίδα της σε πολιτιστικά έργα, αρχαιολογικές ανασκαφές, έφερε νέες ποικιλίες αμπελιού, αποξήρανε πολλά έλη, καταπολέμησε την ελονοσία κ.ά.

Ο πρώτος Γάλλος πρόξενος καταγόταν από τη Μασσαλία, έτσι η Θεσσαλονίκη απέκτησε μια ιδιαίτερη σχέση με την πόλη. Πολλοί στρατιώτες της Στρατιάς της Ανατολής είχαν καταγωγή από εκεί και δεν είναι τυχαίο ότι το μνημείο για τη Στρατιά της Ανατολής στη Γαλλία βρίσκεται στη Μασσαλία.
Οι Γάλλοι ενίσχυσαν τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης. Έφεραν νέα ήθη και έθιμα, «φόρεσαν» τις στιλιστικές τους επιλογές στους αστικούς χώρους, διείσδυσαν στην τοπιογραφία και στην αρχιτεκτονική, μετέφεραν την κουλτούρα και τον αέρα της Δυτικής Ευρώπης.
Το 1888 σε μια παλιά κατοικία στον Φραγκομαχαλά ξεκίνησε τη λειτουργία του το ελληνογαλλικό σχολείο Δελασάλ, από το μοναχικό τάγμα των Αδελφών των Χριστιανικών Σχολών της Καθολικής Εκκλησίας, και το 1926 χτίστηκε ένα σύγχρονο -για την εποχή του- διδακτήριο νεοβυζαντινής αρχιτεκτονικής σε σχέδια του Γάλλου μηχανικού Ζαν Ζοζέφ Πλεϊμπέρ, κοντά στο φρούριο του Βαρδάρη -σήμερα στεγάζει τα Διοικητικά δικαστήρια, ενώ το Δελασάλ λειτουργεί στα Πεύκα. Ο Πλεϊμπέρ γοητεύτηκε από τη Θεσσαλονίκη και από τις προοπτικές ανάπτυξής της, έμεινε πάνω από 30 χρόνια στην πόλη και ήταν μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Σχεδίου της Θεσσαλονίκης, που υπό τον Εμπράρ, επανασχεδίασε την πόλη μετά τη φονική πυρκαγιά του 1917 -ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο του Ζέιτενλικ.
Το 1886 χτίστηκε στη δυτική πλευρά της πόλης, στη σημερινή Σταυρούπολη, από το μοναστικό Καθολικό Τάγμα του Αγίου Βικεντίου του Παύλου η Μονή Λαζαριστών για τη φροντίδα και την προστασία φτωχών μαθητών από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, ενώ το 1893 ανεγέρθηκε το γαλλικό νοσοκομείο στην οδό Φράγκων και το 1917 στη δυτική είσοδο της πόλης τα ψυγεία της Γαλλικής Στρατιάς, τα οποία εφοδίαζαν με κρέας τα συμμαχικά στρατεύματα του Μακεδονικού Μετώπου.
Ανάμεσα σε αυτά τα κτήρια περπατούσαν η Μαρσελίν και ο αβάς Μποννιέ το μακρινό 1880 και έπαιρναν -όπως αντίστοιχα έφερναν- μια εσάνς γαλλικού αέρα, απολαμβάνοντας έναν ζεστό καφέ και πλούσια σε γεύση και αρώματα φοντάν με ξηρούς καρπούς και υγρή βανίλια.
