Το 1997, όταν η Θεσσαλονίκη ήταν «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», το σύνθημα που είχε υιοθετηθεί ήταν «εδώ πολιτισμός είναι οι άνθρωποι». Όπως σχεδόν όλες οι προσεγγίσεις που βασίζονται στο πολιτικό μάρκετινγκ το συγκεκριμένο σύνθημα ήταν καταφανώς πλαστό. Αυτό που λέμε ψευδεπίγραφο. Όπως είχε αναρωτηθεί από την αρχή αυτής της… περιπέτειας ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος «πώς μπορεί να θεωρείται πολιτισμένη μια πόλη (σ.σ. δηλαδή η κοινωνία της, οι άνθρωποι της) όταν ήρωες του έπους του 1940 ζητιανεύουν στα πεζοδρόμια της Βενιζέλου;».
Τρεις δεκαετίες μετά -για την ακρίβεια 29 χρόνια από το 1997- η Θεσσαλονίκη μπορεί να υπερηφανεύεται ότι διαθέτει τουλάχιστον μία πολιτισμένη κατάσταση. Το μετρό που τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έχει αλλάξει την εικόνα και τη λειτουργικότητα του κέντρου της πόλης, το οποίο έχει αναβαθμιστεί πολύ. Σχεδόν… απίστευτα.
Δεν είναι η άνεση και η ταχύτητα των αστικών μεταφορών που προσφέρει το μετρό σε όσους είναι τυχεροί και τους βολεύει η διαδρομή του, έστω κι αν χρειάζεται λίγο περπάτημα. Αυτό μπορούν να το εκτιμήσουν καλύτερα όσοι ταλαιπωρήθηκαν για τις μετακινήσεις τους επί δεκαετίες στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι ούτε η συνέπεια και η πυκνότητα των δρομολογίων, που κι αυτά μπορούν να τα εκτιμήσουν όσοι ταλαιπωρήθηκαν για πολλά χρόνια στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ. Δεν είναι καν η ευταξία και η καθαριότητα του χώρου των σταθμών του μετρό που απολαμβάνει ο επιβάτης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχει τη δυνατότητα να κινείται ανάμεσα στα χνάρια μιας Θεσσαλονίκης 23 αιώνων. Όλα αυτά είναι σημαντικά. Αλλά το κυριότερο είναι ότι μετά από ενάμισι χρόνο λειτουργίας το μετρό έχει μπει τόσο πολύ στη ζωή των ανθρώπων χωρίς να αποτελεί θέμα συζήτησης. Σχεδόν αθόρυβα και σαν κάτι απόλυτα φυσικό έχει βελτιώσει ουσιαστικά την καθημερινότητά τους. Χωρίς σπρωξίματα, χωρίς στριμώγματα και χωρίς να αισθάνονται τυχεροί όταν βλέπουν το αστικό λεωφορείο να προσεγγίζει στη στάση ή όταν μετά από ταλαιπωρία στους μποτιλιαρισμένους δρόμους και αφού περιμένουν επί δεκάλεπτο πίσω από απορριμματοφόρο, «ανακαλύπτουν» μία θέση στάθμευσης. Όλοι όσοι χρησιμοποιούν το μετρό -ιδιαίτερα οι συστηματικοί χρήστες- μετέχουν ακουσίως σε μια διαδικασία βαθύτατα πολιτισμένη, που είναι βέβαιον ότι επηρεάζει προς το καλύτερο την υπόλοιπη ημέρα και νύχτα τους, άρα και τη ζωή τους. Κι αυτό χωρίς να αναρωτιούνται τίποτα για τη λειτουργία του, απλώς έχοντας βελτιώσει πολύ τις καθημερινές τους μετακινήσεις. Που από Οδύσσεια -για τα μέτρα της Θεσσαλονίκης- έχουν εξελιχθεί σε απογευματινό περίπατο στο ανοιξιάτικο πάρκο.
Η αξία της καθημερινότητας
Σε μια πόλη -και μια χώρα-, όπου πολιτισμός θεωρείται είτε το παρελθόν, είτε οι εφαρμοσμένες τέχνες, ενώ οι ψευδοελίτ -τα ελέω Θεού και ανθρώπων βασιλόπουλα, οι κόμητες και οι δούκισσες που έχουν πολλά λυμένα προβλήματα, αν όχι όλα- και οι γιαλαντζί διανοούμενοι επιμένουν να θεωρητικοποιούν οτιδήποτε περπατάει, πετάει, κολυμπάει, ευχαριστεί ή συγκινεί τους ανθρώπους, προκειμένου να του βάλουν ταμπέλα, να το φέρουν στα μέτρα τους και να του δώσουν την αξία που οι ίδιοι εκτιμούν ότι έχει αναλόγως του γούστου ή του συμφέροντός τους, η αποδοχή και η απόδοση του μετρό αποτελεί …ζωντανή εξαίρεση. Διότι δίνει αξία στην καθημερινότητα, που στην Ελλάδα είναι υποβαθμισμένη και γι’ αυτό υποτιμημένη. Αξία στον χρόνο και τη διάθεση του καθενός. Διότι βελτιώνει έστω ένα κομμάτι της… γραφειοκρατικής καθημερινότητας, που στα τέλη τους δεκαετίας του 1950 αξιοποίησε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σε ένα ερωτικό του ποίημα για να περιγράψει έναν άνθρωπο, ο οποίος εκπίπτει σε πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση:
«Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι /
ο νους μου πάει τους τσαλακωμένους /
σ’ τους που ώρες στέκονται σε μια ουρά / πίσω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο /
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι /
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη. /
Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι /
γίνομαι ένα με τους τσαλακωμένους».
Ούτε ποιητές, ούτε ζωγράφοι
Το μετρό μάλλον δεν θα γεννήσει ποιητές, δεν θα εμπνεύσει τροβαδούρους, ούτε θα αποτελέσει σκηνικό για ζωγραφικούς πίνακες. Αυτά τα προνόμια θα εξακολουθήσουν να τα έχουν άλλα ιστορικά ή πανέμορφα σημεία της Θεσσαλονίκης. Πιθανόν στο μετρό να γίνουν γνωριμίες, να δημιουργηθούν σχέσεις, να ξεκινήσουν έρωτες, αλλά η συμμετοχή ενός κοινωνικού χώρου φτάνει μέχρι εκεί. Γι’ αυτό ο πολιτισμός που προσφέρει δεν είναι… θεαματικός. Είναι ήσυχος. Αθόρυβος και σιωπηλός. Είναι εξυπηρετικός. Κάτι που έλειπε από την καθημερινότητα των δημοσίων χώρων και διαδικασιών της πόλης. Και όσο επεκτείνεται, σε δύο μήνες στην Καλαμαριά και τη Μίκρα και -όπως λένε- σε μερικά χρόνια στα βορειοδυτικά του πολεοδομικού συγκροτήματος, τόσο η επιρροή θα επεκτείνεται και κυρίως θα βαθαίνει. Και μπορεί σε μια γενική θεώρηση όντως ο έρως να σκέπει την πόλη, αλλά εάν κάποια στιγμή το μετρό καταφέρει να την ενώσει και να τη διασυνδέσει υπογείως, τότε θα μιλάμε για μια άλλη, αναβαθμισμένη Θεσσαλονίκη.
ΥΓ. Και να σκεφτεί κανείς ότι η κατασκευή του μετρό διήρκεσε αντί για έξι, 18 ολόκληρα χρόνια. Επειδή το κράτος ήταν ανίκανο να σχεδιάσει και να οργανώσει ολοκληρωμένα ένα τόσο μεγάλο και με πολλές ιδιαιτερότητες έργο. Επειδή κάποιοι από τους ιδιώτες που ανέλαβαν την κατασκευή του δεν τα κατάφεραν. Κι επειδή κάποια μέλη της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης το πολέμησαν, κυρίως για λόγους ιδεοληπτικούς. Κατά μία έννοια -αν και από απόσταση- η μόνη σταθερή σύμμαχος και συμπαραστάτριά του ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, που ενέκρινε αρχικά τη χρηματοδότησή του και συνέχισε μέχρι το τέλος να πληρώνει.
ΥΓ2. Μικροπροβλήματα είναι απολύτως λογικό να προκύπτουν αλλά αυτό με τις κυλιόμενες σκάλες, που σε ορισμένους σταθμούς είναι επί πολλές εβδομάδες ακούνητες επειδή χάλασε ένα εξάρτημα και δεν έρχεται το ανταλλακτικό ή για όποιον άλλον λόγο, είναι μία κηλίδα που κάποια στιγμή πρέπει -επιτέλους- να καθαριστεί...