Υπάρχει ένα κτήριο στην οδό Κολοκοτρώνη 25-27, στη Σταυρούπολη, το οποίο κουβαλά μία ιστορία 137 ετών, που χαράχτηκε με ανεξίτηλο μαρκαδόρο σε κάθε δωμάτιό του, σε κάθε γωνιά και τοίχο του. Ο λόγος για τη μοναδική Μονή Λαζαριστών.
Η Μονή από ιεροσπουδαστήριο για τη διάδοση του καθολικισμού μετουσιώθηκε σε νοσοκομείο του Γαλλικού στρατού, αποτέλεσε σανίδα σωτηρίας για τους πυρόπληκτους και τους πρόσφυγες, ενώ κόντεψε να χαθεί από τον καταστροφικό σεισμό του 1978. Σήμερα παίρνει ζωή από τις Τέχνες. Όσα και αν πέρασε πάντως ένα είναι το μόνο σίγουρο: η Μονή μετατράπηκε σε σύμβολο των μεταμορφώσεων και των βίαιων αλλαγών που έφερε ο προηγούμενος αιώνας στον δυτικό πολιτισμό. Από την απελευθέρωση της πόλης μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Μονή έδωσε ηχηρό παρών και έκτοτε δεν σιώπησε.
Μία ματιά στον χρόνο
Όπως λέει στη Voria.gr ο διευθυντής της Μονής, Γιάννης Τσουβάλογλου, το τάγμα είχε μία ευρεία παρουσία στην περιοχή ήδη και με το ορφανοτροφείο των Αδελφών του Ελέους που ιδρύθηκε το 1861, απευθυνόταν σε ορφανά καθολικών βουλγαρικών οικογενειών από την περιφέρεια της Θεσσαλονίκης και ονομάστηκε St. Vincent de la Macedoine.
Η Μονή Λαζαριστών χτίστηκε το 1886 από τους μοναχούς του τάγματος του Αγίου Βικεντίου του Παύλου, που έγιναν γνωστοί από την έδρα του τάγματος στην εκκλησία Saint-Lazare στο Παρίσι. Οι Λαζαριστές που πρωτοεμφανίστηκαν στην Ελλάδα στο τέλος του 18ου - αρχές 19ου αιώνα, είχαν την έδρα τους επί της οδού Φράγκων και κύριο στόχο τη μόρφωση των κληρικών και την εξάπλωση του καθολικισμού, εκτός από τη φροντίδα και περίθαλψη των φτωχών που ήταν μία από τις σημαντικές παράλληλες δραστηριότητές του.
Το καθολικό ιεραποστολικό τάγμα των Λαζαριστών είχε ιδρυθεί από το 1653 από τον Βικέντιο του Παύλου.
Η αποστολή της Θεσσαλονίκης ανέλαβε να φέρει εις πέρας τον προσηλυτισμό των Σλάβων της Βαλκανικής στον Καθολικισμό, οπότε η δράση των Λαζαριστών βρίσκει έδαφος στη Βουλγαρία. Έτσι, οι Λαζαριστές της Θεσσαλονίκης στα μέσα του 19ου αιώνα δραστηριοποιήθηκαν έντονα, περιθάλποντας βουλγαρικές οικογένειες και παράλληλα αναλαμβάνοντας τη μόρφωση καθολικών Βουλγάρων ιερωμένων. Στα πλαίσια αυτά, η Καθολική Εκκλησία αναπτύσσει ένα σημαντικό για τα δεδομένα της εποχής οικοδομικό πρόγραμμα στη δυτική Θεσσαλονίκη.
«Το τάγμα θέλησε να προσηλυτίσει κυρίως Βούλγαρους αλλά και Έλληνες που ζούσαν στην περιοχή. Για την περίπτωση των Ελλήνων, ωστόσο, κατέστη λίγο πιο δύσκολο λόγω του ότι ήταν Ορθόδοξοι», σημειώνει ο διευθυντής της Μονής.
Το 1866 ο εφημέριος της Θεσσαλονίκης M. Turroques ιδρύει στο κτήριο της Μονής το πρώτο μικρό ιεροσπουδαστήριο. Από το 1886 που ιδρύθηκε μέχρι την έκρηξη των Βαλκανικών πολέμων, το Βουλγαρικό Ιεροσπουδαστήριο του Zeitenlik λειτούργησε ομαλά. Το 1912-1913 ήταν ο χειμώνας της Βουλγαρο-Ελληνικής συγκυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη και η τελευταία χρονιά κανονικής λειτουργίας του ιεροσπουδαστηρίου. Το φθινόπωρο του 1913 το ιεροσπουδαστήριο ανοίγει για τελευταία φορά με 32 Βούλγαρους μαθητές και 10 Έλληνες καθολικούς από τη Σύρα. Με το τέλος αυτής της σχολικής χρονιάς, την άνοιξη του 1914 το Βουλγάρικο Ιεροσπουδαστήριο κλείνει οριστικά.
Το 1916, με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κτήριο γίνεται νοσοκομείο του γαλλικού στρατού.
Μετά το τέλος του πολέμου ο κοινωνικός χαρακτήρας παραμένει και στον χώρο στεγάζονταν πρόσφυγες της μεγάλης πυρκαγιάς που κατέστρεψε το κέντρο της Θεσσαλονίκης το 1917, ενώ ένα μέρος του κτίσματος το κρατούσαν πάντα οι μοναχοί Λαζαριστές. Από τότε, με την αποχώρηση των Βούλγαρων το τάγμα ξεκινά σταδιακά να απομακρύνεται και να μειώνει τις δραστηριότητές του στην περιοχή.
Μάλιστα, όπως λέει ο κ. Τσουβάλογλου, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μία σκέψη του ηγούμενου του τάγματος ήταν να γίνει ιδιωτικό σχολείο, αλλά δεν τελεσφόρησε.
Έπειτα, το 1922 ακολουθεί η Μικρασιατική Καταστροφή που έφερε στην Ελλάδα, μαζί με τους πρόσφυγες και λίγους Καθολικοί, κυρίως Αρμένιους. Όπως αναφέρεται, γύρω στα 1930 ζούσαν στο Ζέιτενλικ περίπου 500 άτομα.
Η ιστορία συνεχίζεται και δεν αφήνει ανεπηρέαστο το κτήριο. Το 1941 επιτάσσεται από τους Γερμανούς για τις ανάγκες του στρατού κατοχής. Στον Εμφύλιο γύρω από το κτήριο γίνονται μάχες γιατί στεγάστηκαν εκεί τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ). Μάλιστα, ένα βλήμα όλμου καταστρέφει ένα πρόκτισμα στη δυτική πλευρά του κτίσματος.
Μετά τον εμφύλιο ήρθαν από διάφορα μέρη της Ελλάδος και κατοίκησαν εκεί λίγες οικογένειες καθολικών, μαζί με τους εναπομείναντες πρόσφυγες. Έτσι μέχρι τις 20 Ιουνίου του 1978 έμεναν στο κτήριο περίπου 10 οικογένειες, ενώ στο ισόγειο διατηρούνταν ένα καθολικό παρεκκλήσι. Τα 6,5 Ρίχτερ που ταρακούνησαν τη Θεσσαλονίκη λάβωσαν το κτήριο, η Μονή Λαζαριστών κρίθηκε ετοιμόρροπη και εγκαταλείφθηκε. Ο χώρος έκτοτε χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη ξυλείας, ενώ αποτέλεσε για καιρό στέκι περιθωριακών ατόμων.
Το 1980 το κτήριο κηρύχθηκε διατηρητέο λόγω της ιστορικής, αλλά και αρχιτεκτονικής του αξίας. Το 1983 αγοράστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο για τον εορτασμό των 2300 χρόνων της Θεσσαλονίκης και χαρακτηρίστηκε Πολιτιστικό Κέντρο της Δυτικής Θεσσαλονίκης. Εντάχθηκε στο πρόγραμμα των μεγάλων έργων που πραγματοποιήθηκαν από τον Οργανισμό Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη 1997» και το 1996 ξεκίνησαν οι εργασίες αναστήλωσης και προσθήκης στο αρχικό κτίσμα. Το συγκρότημα της Μονής Λαζαριστών αποπερατώθηκε το 1997 και άρχισε σταδιακά να διατίθεται στο κοινό με την πραγματοποίηση θεατρικών παραστάσεων, συναυλιών, εκθέσεων και άλλων εκδηλώσεων.
«Υπήρξε η ιδέα να γίνει ένα ολοκληρωμένο πολιτιστικό συγκρότημα και έτσι έγινε, το μεγαλύτερο στα δυτικά. Η Μονή εκτείνεται σε 20.000 τ.μ ενώ αξιόλογοι πολιτιστικοί οργανισμοί δραστηριοποιούνται στο συγκρότημα: το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το MOMus Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης - Συλλογή Κωστάκη», προσθέτει ο διευθυντής της Μονής.
Φεστιβάλ Μονής Λαζαριστών
Οι πρώτες εκδηλώσεις έγιναν στη Μονή Λαζαριστών τον Ιούνιο του 1992 με σκοπό την ανάδειξη του κτηρίου του «Ιεροσπουδαστηρίου των Λαζαριστών». Στα επόμενα χρόνια, κάθε καλοκαίρι γίνονταν συναυλίες, παραστάσεις και εκδηλώσεις με φόντο το ερειπωμένο κτήριο και στόχο ένα σύγχρονο πολιτιστικό κέντρο όπως και τελικά έγινε.
Με την ολοκλήρωση των εργασιών κατασκευής του συγκροτήματος της Μονής Λαζαριστών δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την αναβάθμιση και την επέκταση του θεσμού. Έτσι το 1998 οι πρώτες καλοκαιρινές εκδηλώσεις που έγιναν στο σύγχρονο πλέον κτήριο έβαλαν τις βάσεις για το ομώνυμο Φεστιβάλ. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο δήμος Σταυρούπολης και η Νομαρχία Θεσσαλονίκης συνέχισαν και ενίσχυσαν τον θεσμό μέχρι και το 2001. Από το φεστιβάλ έχουν περάσει μεγάλα ονόματα όπως οι Πυξ Λαξ, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος και πολλοί άλλοι.
Το Φεστιβάλ πήρε τη σημερινή του μορφή το 2002 με την ανάληψη της ευθύνης διοργάνωσης από την Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία της Μονής Λαζαριστών με τη συμμετοχή της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και του δήμου Παύλου Μελά. Αξιοποιήθηκαν νέοι χώροι του συγκροτήματος. Υλοποιήθηκαν εκθέσεις, προβολές, μικρότερες συναυλίες και παραστάσεις. Η πυκνή αλληλουχία γεγονότων έφερε σε επαφή ένα μεγαλύτερο κοινό με τη Μονή Λαζαριστών.
Τις φωτογραφίες παραχώρησε στη Voria.gr η Μονή Λαζαριστών ενώ μερικές προέρχονται από την ομάδα Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης/Facebook