Το ότι η αυτοδιοίκηση αντιγράφει την κεντρική πολιτική σκηνή το ξέρουμε. Ίσως επειδή οι δύο χώροι τροφοδοτούν ο ένας τον άλλο με πρόσωπα και διαχειριστές, μοιάζουν πολύ, ενώ στη θεωρία έχουν εντελώς διαφορετική αποστολή. Στην κεντρική πολιτική σκηνή κρίνεται η πορεία της χώρας και της κοινωνίας εν συνόλω. Στην αυτοδιοίκηση τα επί μέρους και η καθημερινότητα με γεωγραφικούς όρους. Κι όμως σε πολλές περιπτώσεις οι τρόποι άσκησης διοίκησης και αντιπολίτευσης μοιάζουν πολύ. Κι επειδή η κεντρική πολιτική σκηνή έχει περισσότερη τηλεοπτική και άλλη δημοσιότητα είναι σαφές ότι η αυτοδιοίκηση αντιγράφει την κεντρική πολιτική σκηνή.
Στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης πολλοί δήμοι άλλαξαν χέρια στις εκλογές του Οκτωβρίου. Ο προεκλογικός αγώνας ήταν σκληρός, σε ορισμένες περιπτώσεις στα όρια του βίαιου. Όσοι κατείχαν δημαρχιακό αξίωμα κατά βάσιν υπερασπίστηκαν τη θέση τους με όρους μέλλοντος και… κοινοτικών κονδυλίων. Προσπάθησαν να «πουλήσουν» δηλαδή στους ψηφοφόρους την προοπτική ενός καλύτερου αύριο, το οποίο οι ίδιοι προετοίμασαν αλλά δεν πρόλαβαν να υποδεχθούν λόγω περιορισμένου χρόνου. Τι να κάνει κάποιος σε μια τετραετία; Και επιπλέον επίσης συχνά δικαιολόγησαν τον ισχυρισμό τους με τα κοινοτικά κονδύλια που κατάφεραν να εξασφαλίσουν, δηλαδή με το χρήμα που φέρνει την… ευτυχία αρκεί να διαθέτει κάποιος υπομονή. Σαν πρωθυπουργοί περιορισμένων ορίων. Οι δε μνηστήρες της εξουσίας βάσισαν τον αγώνα τους στην καταγγελία του αντιπάλου για ανικανότητα, αναποτελεσματικότητα ευνοιοκρατία. Ελάχιστα πρόβαλαν τις δημιουργικές και πρακτικές τους προτάσεις στα καθημερινά «μικροθέματα» με τα οποία ασχολείται ένας δήμος. Σαν εν δυνάμει πρωθυπουργοί περιορισμένων ορίων.
Ανάλογα κινούνται τα πράγματα και μετεκλογικά. Με τους νεοεκλεγέντες, οι οποίοι ακόμη δεν ανέλαβαν, να παραλαμβάνουν καμένη γη και άδεια ταμεία. Να συμπεριφέρονται στο μεσοδιάστημα από την εκλογή μέχρι την ορκωμοσία τους σαν αντιπολίτευση και προφανή στόχο να μη σηκώσει κεφάλι ο αντίπαλός τους, σκεπτόμενοι -ενδεχομένως- ακόμη και τις επόμενες εκλογές, σε πέντε χρόνια. Από τώρα.
Η αντιγραφή της… γραφειοκρατίας
Χωρίς αμφιβολία η αυτοδιοίκηση αντιγράφει σε πολλά την κεντρική πολιτική σκηνή. Πέρα από τα προεκλογικά, τα εκλογικά και τα αντιπολιτευτικά, ακόμη και η διαχείριση των θεμάτων έχει βάθος χρόνου και γραφειοκρατία, που θυμίζει την κεντρική πολιτική σκηνή. Για παράδειγμα, εάν ένας υπουργός Προστασίας του Πολίτη θέλει να αναδιαρθρώσει την Ελληνική Αστυνομία χρειάζεται σοβαρή μελέτη, ικανό χρόνο προετοιμασίας και μερικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Το ερώτημα είναι εάν με τον ίδιο ή διαφορετικό τρόπο και σε ανάλογο ή διαφορετικό χρόνο οφείλει να λειτουργήσει κι ένας εντεταλμένος σύμβουλος κάποιου -έστω μεγάλου- δήμου, που επιθυμεί την αναδιοργάνωση της Δημοτικής Αστυνομίας.
Το παράδειγμα είναι επίτηδες κραυγαλέο, αφού ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα με μερικές δεκάδες ή λίγες εκατοντάδες δημοτικούς αστυνομικούς είναι σαφώς απλούστερα έναντι του θηριώδους έργου που αφορά ακόμη και την πιο μικρή μεταβολή στην ΕΛ.ΑΣ. Κι όμως ο τρόπος προσέγγισης και σε πολλές περιπτώσεις ο χρόνος ωρίμανσης αλλαγών στο επίπεδο ενός δήμου προσομοιάζει με αυτόν μιας κεντρικής υπηρεσίας ή ενός υπουργείου. Διότι έτσι είναι μαθημένοι οι άνθρωποι που διοικούν, τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους. Να σκέφτονται αυτό που εντέλλονται να κάνουν και ταυτόχρονα την πολιτική τους επιβίωση. Κάτι που όσο κι αν είναι δικαιολογημένο στην κεντρική πολιτική σκηνή -στο κάτω κάτω της γραφής όπως αποδείχθηκε κάποιες φορές στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης η αλλαγή κυβέρνησης μπορεί να διαφοροποιήσει ακόμη και τη διεθνή πορεία της χώρας ή το οικονομικό της μοντέλο- στην αυτοδιοίκηση δεν έχει θέση. Όπως ακριβώς ο διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας δεν έχει άλλο τρόπο να πείσει τους μετόχους, οι οποίοι του εμπιστεύονται τα λεφτά τους, παρά μόνο με το αποτέλεσμα, δηλαδή την κερδοφορία, έτσι κι ένας νέος δήμαρχος θα κριθεί μόνο από το εάν τα κατάφερε εκεί που ο προκάτοχός του δεν τα πήγε καλά.
Τα υπόλοιπα, του στιλ δεν βρήκα οργάνωση και είχα «τρύπα» στα ταμεία, είναι μεν δεδομένα, τα οποία πρέπει να αναλυθούν εμπεριστατωμένα στους πολίτες για να αποκτήσουν γνώση, αλλά δεν αποτελούν σοβαρή δικαιολογία για της ουσία της δουλειάς. Στο κάτω κάτω είναι θέμα μεγέθους. Στο μικρομέγεθος ενός δήμου πολλές κινήσεις μπορούν να γίνουν γρήγορα, αν φυσικά υπάρχει βούληση να ξεπεραστούν τα -εξίσου περιορισμένα- μικροσυμφέροντα που πάντα και παντού -ακόμη και μέσα ένα ασανσέρ- μπορεί να υπάρχουν. Διότι το μείζον ζήτημα είναι εάν ο δήμαρχος επιλέγει να δει προς τα μέσα -από το προσωπικό του δήμου μέχρι την αντιπολίτευση- ή προς τα έξω, προς τους πολίτες, οι οποίοι αφού πληρώνουν ανταποδοτικά δημοτικά τέλη, αποτελούν την… πελατεία του μαγαζιού. Άλλωστε για τους δημότες και προς χάριν των δημοτών υπάρχουν οι δήμοι, ούτε για τους δημάρχους, ούτε για τους δημοτικούς υπαλλήλους. Και επιπλέον: οι δήμοι με τα περιορισμένα όρια τους είναι μικρές περιοχές στις οποίες όλοι γνωρίζονται και όλα -λίγο έως πολύ- είναι γνωστά, δεν υπάρχουν εκπλήξεις.
Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία
Αν και σε αυτή τη ζωή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία το πιθανότερο σενάριο για τους δήμους του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης είναι τα επόμενα πέντε χρόνια να δούμε το ίδιο έργο από διοικήσεις και αντιπολιτεύσεις.
Εάν εξαιρέσει κανείς τους τέσσερις δήμους με τους… ισόβιους δημάρχους, όπου πιθανόν τα ζητήματα που θα ανακύψουν κάποια στιγμή θα είναι άλλης φύσεως, στους υπόλοιπους μάλλον οι δήμαρχοι θα οργανώνουν, θα προγραμματίζουν και θα εκτελούν έργα και υπηρεσίες με βάση τους ρυθμούς του συστήματος και με το μυαλό -έστω εν μέρει- στον εκλογικό κύκλο και οι αντιπολιτευόμενοι θα τους καταγγέλλουν για ανικανότητα, έργα βιτρίνας, κινήσεις εντυπωσιασμού και δημόσιες σχέσεις. Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό ότι προεκλογικά εν ενεργεία δήμαρχοι και υποψήφιοι δήμαρχοι όσες φορές ρωτήθηκαν δημοσιογραφικά εάν αναγνωρίζουν μια δίκαιη κριτική της αντιπολίτευσης οι μεν και μια σωστή κίνηση της διοίκησης οι δε, δυσκολεύτηκαν να απαντήσουν. Είναι η λογική του όλα ή τίποτα. Του μηδέν και του άπειρου. Της δεξιάς νέας Δημοκρατίας και του σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ της μεταπολίτευσης. Της κεντροδεξιάς του Μητσοτάκη και της Αριστεράς του Τσίπρα, του Κασελάκη και του Χαρίτση των ημερών μας. Του διαχρονικού ΚΚΕ, το οποίο βρίσκεται μόνο του απέναντι σε πέντε, έξι, επτά, οκτώ κόμματα - μία πολιτική. Αν όλα αυτά υπήρξαν ή παραμένουν χρήσιμα για την αντιπαράθεση στην ελληνική κεντρική πολιτική σκηνή ας το κρίνει ο καθένας. Στην αυτοδιοίκηση και ιδιαιτέρως στους δήμους προφανώς είναι παντελώς άχρηστα.