Το κυκλοφοριακό εξακολουθεί να απασχολεί τους Θεσσαλονικείς, αλλά σίγουρα η κατάσταση τον τελευταίο ένα – ενάμισι χρόνο έχει βελτιωθεί. Στην πραγματικότητα το κέντρο έχει… ηρεμήσει, στην ανατολική πλευρά η εικόνα χαρακτηρίζεται μάλλον μέτρια -ούτε καλή, ούτε της… ταλαιπωρίας-, στα δυτικά υπάρχουν αρκετά προβλήματα, ενώ η περιφερειακή οδός είναι σήμερα το μεγάλο… αγκάθι, καθώς τα έργα κατασκευής της υπερυψωμένης ταχείας λεωφόρου Flyover, που ευτυχώς προχωρούν με ταχύτητα, έχουν μειώσει την φέρουσα ικανότητα της Περιφερειακής και υπάρχουν καθυστερήσεις. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι αρκετοί οδηγοί, οι οποίοι ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες προσεγγίζουν τη Θεσσαλονίκη μέσω της Εγνατίας Οδού με προορισμό τη Χαλκιδική, για να διασχίσουν την πόλη επιλέγουν, πλέον, διαδρομές μέσα από τον αστικό ιστό -την παραλιακή ή τη Νέα Εγνατία. Αποφεύγουν την Περιφερειακή Οδό, που συγκεκριμένες ημέρες και ώρες είναι μονίμως μποτιλιαρισμένη.
Τώρα, λοιπόν, που στο κέντρο της Θεσσαλονίκης το κυκλοφοριακό έχει βελτιωθεί και μια κάποιου τύπου… αυτονόητη ευταξία έχει επιβληθεί, κυρίως λόγω της παρουσίας της Τροχαίας στους βασικούς δρόμους επί 24ώρου βάσεως, της τοποθέτησης διαχωριστικών πορτοκαλί πασσάλων σε στενούς δρόμους, με αποτέλεσμα την ουσιαστική εξάλειψη της παράνομης στάθμευσης, αλλά και εξαιτίας της λειτουργίας της βασικής γραμμής του μετρό, η οποία συνέβαλε στη μείωση του αριθμού των αυτοκινήτων που κυκλοφορούν καθημερινά, ίσως είναι η ώρα να ρυθμιστούν και κάποιες… λεπτομέρειες. Που σε ό,τι αφορά την κίνηση και τη λειτουργικότητα της πόλης επιδρούν αρνητικά.
Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να διευθετηθεί με αυστηρότητα είναι η στάθμευση των τουριστικών λεωφορείων. Βασικό σημείο παραμένει ο δρόμος μπροστά από το Βασιλικό Θέατρο, όπου δεν υπάρχουν τουριστικά λεωφορεία μόνο τις ημέρες κατά τις οποίες η επισκεψιμότητα στην πόλη είναι πολύ χαμηλή. Τις υπόλοιπες -και κυρίως τα Σαββατοκύριακα- ο συνωστισμός των τουριστικών πούλμαν παραμένει σε ένα από τα ωραιότερα -και πλέον εμβληματικά- σημεία του κέντρου, μπροστά στο Βασιλικό θέατρο και το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εδώ και χρόνια -στην πραγματικότητα εδώ και δεκαετίες- οι εκάστοτε δημοτικές διοικήσεις εντοπίζουν το πρόβλημα, αναγνωρίζουν τη σημασία του, δεσμεύονται για την επίλυσή του -κατά καιρούς ακούγονται ως χώροι στάθμευσης των πούλμαν το Ποσειδώνιο, το λιμάνι, η Διεθνής Έκθεση-, αλλά η εικόνα παραμένει ίδια και απαράλλαχτη. Συχνά, μάλιστα, όσοι περνούν από τη Λεωφόρο 30ης Οκτωβρίου 1944 – έτσι ονομάζεται ο μόλις μερικών εκατοντάδων μέτρων δρόμος μπροστά από το Βασιλικό Θέατρο, προς τιμήν της ημέρας απελευθέρωσης της Μακεδονίας και της Θράκης από τους Ναζί- βλέπουν τα λεωφορεία, με ελληνικούς, αλλά και ξένους αριθμούς κυκλοφορίας, μέχρι και σε διπλή σειρά, να επιβιβάζουν και να αποβιβάζουν επιβάτες, αλλά κυρίως να… αναμένουν.
Το δεύτερο θέμα που, επίσης, συζητείται εδώ και χρόνια είναι οι πιάτσες των ταξί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Πιάτσες και σημεία επιβίβασης και αποβίβασης, που στα μάτια των αυτοκινητιστών, άρα και των πελατών τους, είναι ένα και το αυτό. Στην Τσιμισκή, στη Μητροπόλεως, στην Παύλου Μελά, στην Εγνατία -για να επισημάνουμε τις πλέον κεντρικές- οι ουρές των ταξί εξαρτώνται απολύτως από την ημέρα, την ώρα και την κινητικότητα που υπάρχει κάθε ώρα και στιγμή. Μόνο η ζωή -εν προκειμένω η αγορά- ρυθμίζει το συγκεκριμένο θέμα και κανένας άλλος. Οι κανόνες -αν υπάρχουν και όσο υπάρχουν- δεν τηρούνται, για την ακρίβεια κανείς δεν δείχνει να τους δίνει σημασία. Με αυτό το δεδομένο οι ουρές των ταξί σε αναμονή αυξομειώνονται, επεκτείνονται και… στρίβουν προς τα πάνω ή προς τα κάτω κατά το δοκούν, αναλόγως της ζήτησης.
Το τρίτο θέμα που χρειάζεται λίφτινγκ είναι οι φορτοεκφορτώσεις. Διότι μπορεί ο δήμος Θεσσαλονίκης να έχει καθορίσει ένα βασικό ωράριο -7 το πρωί με 7 το βράδυ-, αλλά υπάρχουν συνεχείς παραβιάσεις. Και μάλιστα… συναινετικά ή κάπως έτσι. Διότι κανείς δεν κυνηγάει τους εκπρόσθεσμους και γι’ αυτό δεν υπάρχουν τα σχετικά πρόστιμα. Επίσης, οι καθορισμένες θέσεις φορτοεκφορτώσεων είναι επίσης υπό… κατάληψη πρωί – βράδυ, χειμώνα – καλοκαίρι. Σαν να υπάρχει «σιωπηρή συμφωνία» για όλα αυτά, στη λογική ότι το σύστημα λειτουργεί με τις… προσαρμογές του. Μόνο που όλοι γνωρίζουν ότι με το πουλόβερ το θέμα είναι να μην αρχίσει να… ξηλώνεται. Όσο αργά και να συμβαίνει αυτό, στο τέλος δεν θα μείνει τίποτα ή θα χρειαστούν μπαλώματα.
Επίσης, ένα ζήτημα που άπτεται του κυκλοφοριακού της Θεσσαλονίκης και ίσως τώρα είναι η κατάλληλη συγκυρία για να γίνει προσπάθεια να διευθετηθεί, είναι η κυκλοφορία των δίκυκλων. Κυρίως των πατινιών και των ποδηλάτων, τα οποία συχνότατα κινούνται όχι στον δρόμο ή τον ποδηλατόδρομο, αλλά επάνω στα πεζοδρόμια. Πέραν αυτού, που περικλείει αυτονόητους κινδύνους για τους πεζούς, οι ταχύτητές τους είναι δεδομένων των συνθηκών υψηλές, ο φωτισμός που σηματοδοτεί την πορεία τους ανύπαρκτος, οι σηματοδότες γι’ αυτά δεν υπάρχουν, ενώ οι περισσότεροι αναβάτες δεν φορούν κράνος. Το κακό είναι ότι μετά από τόσο καιρό που την κυκλοφορία ποδηλάτων και πατινιών στη Θεσσαλονίκη διέπουν άτυποι και εκτός Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας άγραφοι κανόνες, η νομιμότητα μοιάζει να κινείται μεταξύ γραφικότητας και γκρίνιας. Στην ουσία, δηλαδή, η νομιμότητα βρίσκεται σε θέση… ανορθογραφίας, ενώ η ενασχόληση της Τροχαίας και της Δημοτικής Αστυνομίας με την τακτοποίηση αυτών των θεμάτων καλοκαιριάτικα εάν πραγματικά συνέβαινε θα έμοιαζε σαν κάτι μεταξύ …υπερβολής και πολυτέλειας.
Χωρίς αμφιβολία το κυκλοφοριακό στη Θεσσαλονίκη έχει βελτιωθεί. Επειδή, όμως, στην Ελλάδα το κάθε… θαύμα κρατάει τρεις το πολύ ημέρες, η ελληνική κοινωνία είναι επιρρεπής στην (μικρο)αυθαιρεσία, και συνήθως τη μεγάλη διαφορά την κάνουν οι (μικρές) λεπτομέρειες, η ώρα των χειρουργικών και «αθέατων» με το γυμνό μάτι πρόσθετων παρεμβάσεων έφτασε. Ειδικά στο κέντρο της πόλης, όπου η μεγάλη εικόνα είναι, πλέον, αρκετά καλή και όλοι εισπράττουν τα οφέλη από τη βελτιωμένη αυτή κατάσταση.